Το νόημα της ζωής

                           

                                      -Ασκητική-

 “Ερχόμαστε από μια σκοτεινή άβυσσο, καταλήγουμε σε μια σκοτεινή άβυσσο, το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε ζωή.”

                                                 Νίκος Καζαντζάκης

     Σ’ έναν ορατά πραγματικό, με κάθε αισθητήριο όργανο ή επιστημονικό μέσο κόσμο, μιας και δεν γνωρίζουμε πόσοι άλλοι υπάρχουν ακόμη! Το ν’ αναρωτηθούμε για το πότε και το πως της δημιουργίας και του τέλους της, εάν προτιμάτε!

       Αν και ποσώς μας ενδιαφέρει κάτι τέτοιο…!

      Φαντάζει ως ένα ρητορικό σχήμα, όντας ταυτόχρονα   χαμένο μέσα στην έννοια του ατελεύτητου χρόνου και χώρου,   κι ως ένας παραλογισμός, χωρίς κανένα απολύτως νόημα.

    Εντούτοις, η ζωή, όπως τη ξέρουμε ή αντιλαμβανόμαστε, δεν αποτελεί παρά το αναπόσπαστο μέρος της σκέψης και συν αντίληψής μας. Αφού χωρίς τον παρατηρήσιμο αυτόν κόσμο μας, δεν θα ήταν νοητό ως γεγονός κάτι τέτοιο. Ενώ η αίσθηση της όποιας πραγματικότητας, θα γινόταν αμέσως αντιληπτή ως μία φευγαλέα αυταπάτη στο σύνολό της.

       Ωστόσο, η αιτία της δημιουργίας που αναζητείται συνεχώς απ’ όλα τα ειδή των επιστημών, κι όχι μόνον!

     Είναι κάτι που θα μας προβληματίζει πάντοτε, όσο και το τέλος αυτής, το οποίο και ονομάζουμε, εντελώς αδόκιμα, ως την εσχατολογική κατάληξη όλων.

      Όμως, όσο κι αν προσπαθούμε για το αντίθετο, κι αυτή η παρατήρηση φαντάζει ως μη λογική.    

    Μιας και το χάος του σύμπαντος, εντελώς αυταπόδεικτα, μάλλον αδιαφορεί για τ’ ανωτέρω συμβάντα. -Δημιουργία, ζωή,  καταστροφή- Θεωρώντας τα ίσως ως δεδομένα.

       Καθώς όλα μαζί συνδέονται και συμπληρώνονται, εναλλασσόμενα συνεχώς το ένα το άλλο. Δίνοντας την εικόνα της αλληλεξάρτησης, ως μία εντελώς απαραίτητη συνθήκη ύπαρξης.

      Έτσι, κάθε τυχαίο γεγονός που λαμβάνει συνεχώς πραγματικές διαστάσεις εμπρός στα μάτια μας, είναι το αποτέλεσμα του χάους, μέσα κι έξω από εμάς. Είτε αυτό  βιώνεται ως κάτι καλό, αρεστό. Είτε γίνεται αντιληπτό ως το αντίθετο, δηλαδή κακό και καταστροφή.

      Καθώς, όλο αυτό… είναι τελικά η απαραίτητη προϋπόθεση λειτουργίας της ύπαρξης.

       Συνεπώς, το να αγωνιά και ν’ αναρωτιέται κανείς, αναζητώντας απαντήσεις για το νόημα και την έννοια της ζωής, θα είναι πάντα κάτι αδιέξοδα λάθος, εξ υπαρχής.

      Μιας κι όλες οι φιλοσοφικές αναζητήσεις, μέχρι σήμερα, μας έχουν οδηγήσει σαφώς στην αναπόφευκτη διαπίστωση, πως ο κόσμος, -παρατηρήσιμος ή μη- δεν είναι παρά μία αυταπάτη που γεννά την αδιέξοδη ερώτηση, στο εάν η ζωή έχει κάποιο νόημα.

          Γι’ αυτό… όπως και να ‘χει!

     Κάθε φορά που αναλογιζόμαστε το παρελθόν, κι όσα εικονικά πιστεύουμε πως έχουμε ζήσει. Απλώς αναζητούμε ξένα πλέον προς εμάς δεδομένα, τα οποία δεν υφίστανται ως ζωντανές εμπειρίες, αλλά μάλλον, μόνο ως αποτυπώσεις πλαστών ή και ιδεατών εικόνων μέσα μας.

      Όπως ακριβώς και οι παλιές ξεθωριασμένες χάρτινες φωτογραφίες, που όμως δεν αποδεικνύουν καν τη γνησιότητα της στιγμής.

       Στοιχεία που γεννά η σκέψη από μόνη της. Ενώ ταυτόχρονα, το παρόν ξεγλιστρά μπροστά μας ωσάν τον αέρα που προσπερνά τόσο φευγαλέα την παρουσία. Καταλήγοντας τελικά μόνο σ’ ένα αβέβαιο μέλλον, που όμως δεν έχει συμβεί ακόμα και που θα μείνει για πάντα ανεπιβεβαίωτο, ως κάτι άγνωστο, μα και παντελώς ιδανικά ουτοπικό.

      Έτσι, η ανυπαρξία κάποιας σαφούς πραγματικότητας, πάντα θα αναιρεί συνολικά την ανάγκη νοήματος, αυτού που προσπαθεί άδικα η σκέψη του ατόμου να δώσει στη ζωή, τόσο αποτυχημένα. Αφού μια τέτοια προσπάθεια πέφτει συνεχώς στο κενό του χάους, απ’ το οποίο είναι τελικά φτιαγμένος ο παρατηρήσιμος κόσμος μας.

     Ένας κόσμος ο οποίος αποκαλύπτεται ως αποτέλεσμα τυχαίων συμβάντων και σχεδόν σατανικών συμπτώσεων, παρά από κάποια αγαθή μέριμνα. Έτσι το τυχαίο γεγονός, είναι αυτό που μας δημιουργεί ως συνειδητότητα και που συνεχίζει να κάνει τα πάντα να κινούνται γύρω μας. Έστω και εικονικά.

     Καθώς, όλο αυτό, ωσάν άλλο οπτικό φαινόμενο, -fata   morgana-  οφείλονται όλα όσα η σκέψη δημιουργεί, παρατηρεί, ψευδώς αντιλαμβάνεται και θεωρεί πως καταλαβαίνει.

       Πράγματα δηλαδή που υπάρχουν μόνο ως λειτουργίες της σκέψης. Μιας και χωρίς την παρουσία της ή την ικανότητα να δημιουργεί αυτόματα η ίδια, ό,τι γίνεται αντιληπτό. Τίποτε δεν θα ήταν παρατηρήσιμο, κι ως εκ τούτου, μη υπαρκτό.

      Εξειδικεύοντας όμως σχετικά τη συζήτηση, πρέπει να δεχθούμε αξιωματικά πως ό,τι δημιουργείται, πάντα από κάτι άλλο, όπως κι εμείς. Δεν έχει κανέναν άλλον προορισμό, παρά την παράδοση κάποια στιγμή της ύπαρξή του, μεταβάλλοντας ίσως τη μορφή του σε κάτι διαφορετικό.

      Βιώνοντας όμως έτσι, αναπόφευκτα, την κατάληξη της δημιουργίας, που δεν είναι τίποτε άλλο παρά η καταστροφή!

       Κι όλο αυτό… προς χάριν και ολοκλήρωση μιας ατελεύτητης συνέχειας, παγιδευμένης σ’ έναν αέναο κύκλο, όπου εναλλάσσονται οι δυο αυτές δυνάμεις του κόσμου.

      Μιας και το κάθε τέλος, είναι απλώς μία και μόνο επαναλαμβανόμενη στιγμή, που δίνει συνεχόμενα τη σκυτάλη στην επόμενη δημιουργία. Όπου με τη γέννησή της και μόνο, οριοθετεί χρονικά και το επόμενο τέλος, ξανά και ξανά.

       Έτσι, αυτό το γαϊτανάκι της ύπαρξης, ομοιάζει απόλυτα με την έννοια του καλού και του κακού, ως δυο εναρμονισμένες συνθήκες του ίδιου εαυτού. Μιας και η προϋπόθεση ύπαρξης του ενός, απαρέγκλιτα δομεί και την παρουσία του άλλου.

      Συνεπώς, χωρίς τις απόλυτες έννοιες της αρχής και του τέλους, που μόνο ως ιδεατές παρουσίες μπορούν να γίνουν αντιληπτές. Η εικόνα της ζωής, έκτος από φευγαλέα, μόνο χαοτικά ανεξήγητη θα μπορούσε να χαρακτηριστεί.

    Μιας και για κάτι τέτοιο… η ανάγκη νοήματος δεν είναι  απλά μη λογική, αλλά ταυτόχρονα και παντελώς παράλογη!

      Έτσι, το βαθύτερο νόημα της ζωής, δεν είναι παρά μια εσωτερική και μόνον ανάγκη.

            Υστερόγραφο

          Καθώς η ζωή δεν έχει χρεία νοήματος, αφού, όσο   σημαντική ή ασήμαντη κι αν δείχνει, απλά και μόνο υπάρχει.

       Και μια τέτοια συνθήκη ύπαρξης, θα είναι πάντοτε αρκούντως ικανή για να την απολαύσουμε!

                                                      Ευ Δαίμων

Οι φτωχοί

Φιόντορ Μιχάιλοβιτς Ντοστογιέφσκι

        

         Ο πατέρας, κατά κοινή ομολογία, της αναλυτικής περιγραφής της ανθρώπινης ψυχολογίας, μες απ’ τα βιβλία του, διηγήματα και μυθιστορήματα -επιστημονικά μάλλον δοκίμια και εγχειρίδια!- που αφειδώς μας προσέφερε. Μας έδωσε απλόχερα τη δυνατότητα, μελετώντας τον πάλι, να εμβαθύνουμε τόσο πολύ μέσα μας, όσο κανένας άλλος. Έτσι, ο μόνιμος από πάντα συγκάτοικος του Φράντς Κάφκα, στην κορυφή του Ολύμπου της λογοτεχνίας! Εκεί όπου μόνο οι αθάνατοι της ποίησης και της πεζογραφίας έχουν καταφέρει φτάσουν, ανηφορίζοντας το δύσβατο και μοναχικό αυτόν δρόμο. Μας προσέφερε την ευτυχία και τη χαρά να τον διαβάζουμε, ξανά και ξανά, μέχρι και σήμερα.

    Ωστόσο, μιας κι έχει προηγηθεί όλων των άλλων… σ’ αυτό    το τόσο δύσκολο είδος γραφής, δικαιολογημένα θεωρείται ως ο τρισμέγιστος συγγραφέας και λογοτέχνης, παγκοσμίως!

     Παρόλα αυτά όμως, επιλέγοντας το βιβλίο αυτό, ίσως γιατί θέλουμε να υποδείξουμε κάτι αυταπόδεικτο. Αν κι είναι ένα απ’ τα λιγότερο αναγνώσιμα του Ντοστογιέφσκι, λες και υφίσταται κάτι τέτοιο, για όλα τ’ αριστουργήματα που μας παρέδωσε.

      Εντούτοις, αυτό το ιδιαίτερο πόνημα δεν υστερεί ούτε κατ’ ελάχιστο σε περιγραφικότητα και ξεκάθαρη απόδοση του τρόπου της σκέψης του.

      Αλλά και της ομορφιάς των συναισθημάτων, μα και της άποψης για τον κόσμο και τους ανθρώπους που τον αποτελούν.

        Ειδικότερα… λίγα λόγια για το βιβλίο.

      Μέσα σε πενήντα τέσσερις επιστολές, ο συγγραφέας  μας περιγράφει τον ανολοκλήρωτο έρωτα δυο νέων. Οι οποίοι ζουν, από κάποια απόσταση, σε μια δυστοπική κοινωνία, όπου δεν επιτρέπει -σχεδόν δογματικά- στην ευτυχία να συναντηθεί έστω και λίγο, μαζί τους.

        Έτσι, το υπέροχο αυτό γραπτό, ένα ακόμη απ’ τα  πολλά, με απαράμιλλο τρόπο μας αποκαλύπτει το πως ο ανικανοποίητος έρωτας! Δεν είναι απλά κάτι που δεν μπορεί  να σβήσει, αλλά το μοναδικό πράγμα που ζει μέσα μας για πάντα. Ωσάν κάτι τόσο αδιάβλητα αναλλοίωτο.

     Μιας κι όσοι είχαν κάποτε την ατυχία να βιώσουν κάτι τέτοιο… στα σίγουρα το κουβαλούν ακόμη βαθιά μέσα τους!

        Καθώς η υπαρξιστική λογοτεχνία, όπως αυτή θα εκφράζεται πάντα μες απ’ το ρεύμα και τη σχολή γραφής  του ρεαλισμού, που με τόση πίστη κι αφοσίωση υπηρέτησε   ο συγγραφέας, αμφιταλαντευόμενος ανάμεσα σ’ ένα Θεϊκό και σ’ έναν αθεϊστικό υπαρξισμό. Είναι αυτή που μας έχει δώσει τ’ αριστουργήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας, φιλοσοφίας και διανόησης. Καθώς, ίσως είναι, η μοναδική ενασχόληση που  θα μπορούσε να συγκινήσει ένα άτομο καθόλα επιρρεπή σε ανθυγιεινές απολαύσεις και καταστροφικές συνήθειες.

     “Πράγμα, το οποίο… απερίφραστα και χωρίς καμία  αναστολή, μπορεί να σας επιβεβαιώσει και ο υπογράφων!’

       Εμπνέοντας όμως, κάπως έτσι, όσους σύγχρονους ακολούθησαν, όπως ο Έρμαν Έσσε ή ο Τζον Στάινμπεκ, αλλά και άλλοι, για τους οποίους ελπίζω να μας δοθεί η ευκαιρία  να μιλήσουμε λίγο αργότερα.

      Καθώς ο ίδιος, σ’ ό,τι πολύτιμα ιδιαίτερο κι ανεκτίμητα σπουδαίο μας κληροδότησε, δεν φοβήθηκε να μας αποκαλύψει την αλήθεια της ζωής.

   Αφού κατάφερε ν’ αποδώσει με ύφος που δεν αντιγράφεται, -όσο κανένας άλλος- την πραγματική φύση των ανθρώπων, όσο ζοφερή κι αν είναι!

        Μιας κι όπως καταδεικνύει συνεχώς με τα έργα του,  αλλά και με τη ζωή του, ο μεγαλύτερος Ρώσος συγγραφέας. Το ελάχιστο και λιγοστό, ποτέ δεν είναι ασήμαντο.

             Υστερόγραφο

         Ζητώντας εκ των προτέρων συγνώμη για τα πολλά θαυμαστικά!

     Απ’ την αρχή του κειμένου, δεν σας κρύβω πόσο προβληματίστηκα για το πως εγώ, ένας πνευματικός νάνος…    θα μπορούσα να γράψω, έστω και μία λέξη για έναν τέτοιο γίγαντα!

      Αφού μόνο ως βλασφημία και ύβρης θα μπορούσε, εντελώς αντικειμενικά, να φανεί κάτι τέτοιο. Παρόλα αυτά όμως, το αποτόλμησα, θέλοντας όχι μόνο να δοκιμαστώ, μα  και να πράξω το δικό μου προσκύνημα. Εντούτοις, ό,τι κι αν έχω ήδη γράψει, τα λόγια θα είναι πάντοτε λίγα για κάτι τόσο πολύτιμο λογοτεχνικά, που ξεπερνά κάθε ανθρώπινη σκέψη.

        Γι’ αυτό… ανεχθείτε με! 

                                                        Ευ Δαίμων

Από την Μήδεια του Ευριπίδη, έως τη Φόνισσα του Παπαδιαμάντη.

-Την Κλυταιμνήστρα βάλτε τον Αγαμέμνονα να σκοτώσει,
πριν αυτός για Τροίες ξεκινήσει και μας προδώσει.-

     “Το ακροτελεύτιο αυτό δίστιχο, απ’ το ποίημα του  Ευ Δαίμων, – Πολεμοκάπηλοι- περιέχεται στην ποιητική συλλογή Μήνιδες.”

       Η Μήδεια του Ευριπίδη, είναι η τραγωδία -ποίημα- του οποίου η απαγγελία έγινε για πρώτη φορά το 431π.χ στο αρχαίο θέατρο του Διονύσου, κάτω απ’ τον ιερό βράχο της Ακροπόλεως.

      Ενώ η Φόνισσα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, είναι το γραπτό αριστούργημα του ιερότερου μέλους των ελληνικών γραμμάτων, μόλις τον περασμένο αιώνα.

       Τούτου δοθέντος…!

     Θα μπορούσαμε να πούμε, χωρίς ίχνος υπερβολής, πως τα δυο αυτά έργα αντιπροσωπεύουν την εικόνα του τόπου μας, ως σημασιολογική οντότητα και ύπαρξη, κοινωνιολογικά και ιστορικά, όσο τίποτε άλλο!

       Δεν είναι συνεπώς τυχαίο… πως έχουν γραφτεί από Έλληνες!

       Εντούτοις, μεσολαβώντας εικοσιπέντε ολόκληροι αιώνες, τίποτα δεν μπόρεσε ν’ αφαιρέσει ο χρόνος από την ακτινοβόλα λάμψη τους. Όπου κατά τη διάρκεια, τραγικά οι γυναικείες παρουσίες, έζησαν αδιόρατα ανάμεσά μας, ωσάν μια κραυγή στη σιωπή, που δεν είναι τίποτε άλλο, παρά η σκληρή αποτύπωση μιας ασυνείδητης απόγνωσης και μοναξιάς.

       Αυτές λοιπόν οι γυναίκες προσπαθούν ακόμα και σήμερα να τιμωρήσουν μιαν άδικη μοίρα, διαγράφοντας τα πάντα γύρω τους, ως να μην υπήρξαν ποτέ. Και χωρίς καν η δακρύβρεχτη πένα των ποιητών, ρομαντικών ή όχι, να μπορέσει να τις αγγίζει, έστω κατ’ ελάχιστον.

      Έτσι μνημονεύονται, όλες μαζί, παράλληλα με τις δημιουργίες της παγκόσμιας λογοτεχνίας, αλλά και σε άλλα, πολλά, αθάνατα έργα της τέχνης.

       Τον κύκλο ξεκινά η Μήδεια, ενώ η Φραγκογιαννού, προσπαθεί με τη σειρά της να τον ολοκληρώσει, επιδιώκοντας ξανά για λογαριασμό όλων των γυναικών, τη δικαίωση της αδελφής της, στην ιστορία του αίματος.

      Ωστόσο, εδώ, σ’ αυτό το σημείο, δεν επιτρέπεται να πάρουμε τη βολική άποψη ενός ή περισσοτέρων, από τους σύγχρονους -άνδρες- φιλόσοφους των τελευταίων δεκαετιών.

      Καθώς, σ’ ότι αφορά το δεύτερο φύλλο, -Simone de   Beauvoir- κι ενός μάλλον ουτοπικά υπαρξιακού φεμινισμού.

Θα βόλευε ίσως πολλούς η εξαγωγή εύκολων συμπερασμάτων, εφησυχάζοντας επιφανειακά μία ταραγμένη κοινωνική συνείδηση. Μιας και δεν θα οικονομούσε καμία βαθύτερη γνώση, αλλά και δεν μας ικανοποιεί κιόλας.

      Καθώς δεν είναι τίποτε άλλο, παρά το απαύγασμα μιας νωθρής σκέψης σκοταδισμού. Που σχηματίστηκε, από πριν και μάλλον παράδοξα, σε μια κοινωνία που πολύ περισσότερο βίαιη είναι, και λιγότερο λογική.

       Κι αν όντως ισχύει κάτι τέτοιο… τότε εύκολα εξηγείται αυτή η συνεχόμενη εμμονή στις τραγωδίες!

        Η οποία διατηρείται ζωντανή, περισσότερο από τριάντα αιώνες τώρα. Αφού, κάπως έτσι, θα μπορούσε να δικαιολογηθεί και η εμμονή προς την τέχνη, κάθε μορφής, από την Μήδεια μέχρι και τις σύγχρονες φόνισσες. Οι οποίες, αν και τραγικά πρόσωπα μυθικών ιστοριών, ζουν ακόμα ανάμεσα μας ωσάν άλλες Κασσάνδρες, κόρες μιας άλλης Εκάβης.

     Ωσάν τις Ερινύες, που τόσο έντονα και επίμονα μας προσκαλούν ν’ αναρωτηθούμε μήπως και τίποτα δεν έχει αλλάξει. Βιώνοντας έτσι κι εμείς, το ίδιο νουκλεϊκό οξύ που γέννησε αρχικά τον κόσμο μας, κάνοντάς τον να σταθεί όρθιος στα πόδια του, κοιτώντας συνεχώς προς τ’ άστρα.

      Και που συνεχίζει να θρέφει, με το αθάνατο κύτταρο της ελπίδας κατά τον κύκλο της δημιουργίας και τη πρόσκαιρης καταστροφής, τη ζωή.

       Όμως, αφήνοντας, έστω για λίγο, τις όποιες βαθιά  φιλοσοφικές αναζητήσεις, ας επικεντρωθούμε με συνέπεια  στο θέμα αυτού του κειμένου, που δεν είναι τίποτε άλλο, παρά η εικόνα της γυναικείας παρουσίας. Αυτού του Θεϊκού πλάσματος της δημιουργίας, μπροστά στην όποια πρώτη και αποτυχημένη απόπειρα της ύπαρξης, που ακούει στο όνομα Αδάμ.

     Ας αναφερθούμε λοιπόν ιστορικά, και με συναίσθημα,  στην εικόνα, την πορεία, την έννοια και τελικά στην εντελώς απαραίτητη παρουσία της για τη ζωή. 

           Μιας και χωρίς αυτήν… ζωή δεν υπάρχει!

      Έτσι, η απορία που γεννάται αυθόρμητα μέσα μας,  είναι το τί κάνει αυτό το υπέροχο πλάσμα της δημιουργίας  τόσο δυνατό; Μιας κι η ιστορία της ανθρωπότητας διδάσκει  με γεγονότα, την απαράμιλλη αντοχή και ψυχική δύναμή της.

       Καθώς οι γυναίκες, όλες μαζί και η κάθε μία ξέχωρα,  είναι η πύλη και η πηγή της δημιουργίας. Και ίσως, η μόνες που δύνανται να καταστρέφουν, ταυτόχρονα, ό,τι τις προσδιορίζει ως παρουσία.

     Πράττοντας δε, με πλήρη επίγνωση της τραγικότητας  των πράξεων τους. Ρίχνοντας τα δημιουργήματά τους σ’ έναν συναισθηματικό καιάδα, με απόλυτη όμως συναίσθηση της πράξης τους.

      Αποδίδοντας, με απροκάλυπτη ειλικρίνεια, την όποια παράλογη απόφαση να τ’ απαλλάξει από μιαν άδικη μοίρα που μας εκθέτει γυμνούς μπροστά στις όποιες αδυναμίες μας.

     Καθώς αδυνατούμε ν’ ανταποκριθούμε στο κάλεσμα, απαλλάσσοντάς τες, κάποτε, από τη βαριά ευθύνη της ύπαρξης, στο σύνολο της.

      Διασώζοντας ταυτόχρονα τις όποιες δικαιολογίες των υπολοίπων, δηλαδή ημών!

     Προς τι λοιπόν ο Ευριπίδης μας κληροδοτεί το αθάνατο αυτό έργο του, εάν όχι ως ομολογία και αποδοχή. Πέμποντας στις σύγχρονες Μήδειες, όπως η γρια Φραγγογιαννού, εκείνου του κοσμοκαλόγερου της λογοτεχνίας. Μήπως γιατί τίποτα δεν έχει αλλάξει από τότε, και τίποτα δεν προκύπτει πως θ’ αλλάξει ποτέ.

    Καθώς οι σύγχρονες Μήδειες… μαζί μ’ αυτήν του αιώνιου ποιητή!

    Διαγράφουν, σε μία και μόνο στιγμή παροξυσμού, που ομοιάζει περισσότερο με μια μορφή απόλυτης τρέλας, όλα τα δημιουργήματά τους. Κάνοντας όμως έτσι την εικόνα τους ν’ αντηχεί ως μια κραυγή εκδίκησης, μέχρι και σήμερα.

      Μήπως όμως και η αδικαιολόγητη, κάποιες φορές, διακοπή μιας κύησης, δεν παραπέμπει σε κάτι τέτοιο.

     Και μάλιστα σ’ έναν δυτικό πολιτισμό, που έχει τόση πολύ ανάγκη από νέο, φρέσκο αίμα!

     Εδώ, άλλωστε, εδράζεται όλη η κτηνωδία που γεννάται  μέσα στην παραφροσύνη μιας διαρκώς αρρωστημένης εποχής.

      Και στη διεστραμμένη αντίληψη, περί αναφοράς, του τι είναι δικό μας και γιατί μας αφορά. Και μάλιστα, εκεί, όπου το ξένο προς την άρρωστη εσωτερικότητα μας συναίσθημα, δεν έχει καμία αξία.  

      Καθώς δε δύναται ν’ αφυπνίσει ένα είδος συμπαθείας, αλληλεγγύης ή και ντροπής ακόμα. Το οποίο θα μπορούσε ν’ ανασύρει τελικά από μέσα μας, την όποια αίσθηση προσωπικής ευθύνης, προς χάριν μιας συλλογικής ωφελιμότητας.

      Έτσι η εικόνα της γυναίκας -μητέρας- παιδοκτόνου, συμβολίζει απλώς την παρακμή μιας κοινωνίας που βρίσκεται πλέον σε συναισθηματικό ακρωτηριασμό. Έχοντας χάσει ως μέλη της, τις όποιες αξίες που τη στήριξαν και δυνάμωσαν έως τώρα, δημιουργώντας κοινούς δεσμούς, πολιτισμό και κυρίως κοινωνικές παραδόσεις.

      Πράγματα που πρέπει απαραιτήτως να οδηγούν στην ισότιμη ένωση μιας ομάδας ανθρώπων, που έχουν επιλέξει να ζουν μαζί, με δικαιοσύνη, χωρίς εξαιρέσεις, και με όπλα την αγαστή συνεργασία και συνεχή ειλικρινή επικοινωνία. Κι όχι την ενστικτώδη επιθυμία για κυριαρχία, εκμετάλλευση και περιθωριοποίηση, που οδηγεί πάντα τελικά στην καταστροφή.

        -Αντίθεση αρσενικού, θηλυκού. Μη αποδοχή, εσφαλμένη κρίση και απόρριψη.-

      Μιας κι όσο τα θηλυκά θα είναι οι μοναδικές πηγές ζωής, και οι δημιουργοί μιας συνέχειας, χωρίς άλλη επιλογή!

     Τόσο θα εμφανίζεται η παρουσία τους ως μία αδιόρατη απειλή προς τις παράλογες αιτιάσεις της μυικής δύναμης, που ρυθμίζει εντελώς παράλογα, ακόμα και σήμερα, τις ζωές των ανθρώπων.

      Έτσι, οι ειδεχθείς φόνισσες… ανεξαιρέτως αιτίας!

      Θα είναι πάντα ο κίνδυνος για την ασφάλεια μιας φαινομενικά ορθολογικής κοινωνίας, και για τη συνέχειά της.

       Καθώς η δογματική απόρριψη των θέλω, -ατομικά  και συλλογικά ασυνείδητα θηλυκού γένους-. Θα οδηγούν   πάντα στη συσσώρευση θύμου, δημιουργώντας μια παράλογη οργή που στρέφεται, τις περισσότερες φορές, μη μπορώντας να βρει διέξοδο, κατά του είναι και του εγώ.

       Στερώντας όμως, τελικά, απ’ το ίδιο τους το αίμα, τη συνέχειά του.

       Προκαλώντας εν κατακλείδι, με ίδιον κόστος, μιαν ακατανόητη εκδίκηση. Που ομοιάζει, σχεδόν διαστροφικά, με αυτοκαταστροφική ιεροδικεία, τουλάχιστον.

        Ανάλογα βέβαια, με την υποκειμενική κρίση του  καθενός, που σαν αυτόκλητοι και πρακτικοί δικαιοπράκτες, χρεώνουμε καταδικάζοντας, χωρίς κανένα προσωπικό κόστος και ευθύνη, μιας και δεν είμαστε γυναίκες.

      Πως όμως, κι ενώ συμβαίνει κάτι τέτοιο, ακόμη και σήμερα, αντί για την απέχθεια που έπρεπε να μας διακατέχει  ή να επιβάλλεται στο γεγονός! Εμείς, αντίθετα, νοιώθουμε μια κάποια έστω συγκατάβαση για τις πράξεις αυτές. Έως του σημείου μάλιστα και της αποδοχής, σε λογοτεχνικό πάντα επίπεδο, για τον εξοβελισμό του συναισθήματος από τις ηρωίδες. Ακόμα δε και για τον θάνατό τους, ως τελική δικαίωση για τις ίδιες, και επ’ ουδενί για τους άλλους. Χρεώνοντας τελικά την όποια ευθύνη, ανάλογα, με το ειδεχθές αποτέλεσμα της αδιαφορίας μας. Καθώς, ανεξήγητα, όλο αυτό, μας οδηγεί τελικά προς τον λυρικό θαυμασμό, ως ένα είδος προσωπικής μεταμέλειας για   τις ανείπωτες αυτές πράξεις βίας.

     Στις οποίες, μία άδικη και χωρίς κατανόηση κοινωνία, οδήγησε αυτές τις απελπισμένες κόρες στην πτώση και την απώλεια.

      Τα συγκεκριμένα λοιπόν αποτρόπαια γεγονότα, αν και παρουσιάζονται τελικά ως αποτέλεσμα της οδύνης που προκαλείται τόσο έντονα για την μη αποδοχή ή απόρριψη προς το πρόσωπο της γυναίκας, φίλης, ερωμένης, αδελφής, συζύγου και τελικά συνοδοιπόρου. Της οποίας οι επιθυμίες, οι προσδοκίες, οι ελπίδες και το νόημα για ζωή πρέπει τις περισσότερες φορές ν’ αποσιωπούνται.

      Καθώς προδίδονται συνεχώς από έναν παραλογισμό, και μια διαστροφή στη λειτουργία της σκέψης, που θέλει τη γυναικεία παρουσία ως κάτι το συνεχόμενα δοτικό, χωρίς όμως απαιτήσεις. Οδηγώντας αναπόφευκτα τις ίδιες, ξανά και ξανά, σε απονενοημένες πράξεις και σε καταστροφικά αποτελέσματα.

          Έτσι οι γυναίκες εγκληματούν κι αυτές, αλλά όχι αναίτια και χωρίς προσωπικό κόστος, όπως οι άνδρες. Μα σε βάρος του εαυτού τους.

          Τρωάδες του Ευριπίδη!

      Μιας και οι αποτρόπαιες πράξεις τους φέρουν το ειδικό  βάρος που κουβαλούν συνεχώς μέσα τους. Φορτωμένο σ’ ένα ιδιόμορφο ατομικό ασυνείδητο, διαμορφωμένο όμως, όχι από τις ίδιες. Άλλα από ένα παγιωμένο κοινωνικό σύστημα, που τις χρησιμοποιεί πάντα προς όφελος του, καθιστώντας τες ως δεύτερης αξίας παρουσίες.

       Και παρά τ’ ότι η ίδια η ζωή τις έχει εξοπλίσει με απαράμιλλη δύναμη, έστω και για την όποια εσχατολογική πράξη και ομολογία ύπαρξης. Αυτές ζουν συνεχώς κάτω απ’ τον φόβο της απόρριψης, που αρχέτυπα είναι ριζωμένος μέσα τους, μην επιτρέποντας να νοιώσουν ίσως πραγματικά ελεύθερες και δυνατές.

    Δημιουργώντας και διακονώντας τελικά, τις άγριες εκείνες συνθήκες, για όσους με πλήρη άγνοια δεν το αντιλαμβάνονται, που οδηγούν όμως τον άνθρωπο στην καταστροφή.

      Μιας και οι όποιες Μήδειες και Φραγγογιαννούδες,  ωσάν άλλες Μήνιδες ανά τους αιώνες -αν και κάποιοι δεν το αποδέχονται- είναι κι αυτές άνθρωποι… ό,τι κι αν έχουν κάνει!

            Υστερόγραφο

       Χωρίς καμία απολύτως πρόθεση ν’ απαλλαγούμε  από την ηθική ευθύνη, ενός από κοινού ειδεχθούς εγκλήματος κατά της ανθρωπότητας. Εντούτοις… ως σκεπτόμενα όντα! Θα  πρέπει άμεσα, έχοντας την ιερή υποχρέωση, ν’ αντιληφθούμε και να κατανοήσουμε τα βαθύτερα αίτια αυτού.

         Έτσι, το κείμενο αυτό, είναι αφιερωμένο σ’ όλες τις σύγχρονες Μήδειες ανά τον κόσμο!      

          Υποσημείωση

      Για την ολοκλήρωση αυτού του κειμένου, παρέμεινα έγκλειστος στο γραφείο μου, δυσφορώντας κάποιες φορές, για όσες ώρες χρειάστηκε.

        Και παραδόξως, την πρώτη κιόλας ώρα!

     Η πένα, που κάποια γυναικεία χέρια μου έκαναν δώρο κάποτε, απόσωσε απ’ το μελάνι της, εντελώς άκαιρα. Έτσι, χωρίς άλλην επιλογή, αναγκάστηκα να χρησιμοποιήσω ένα ξεχασμένο στο συρτάρι του γραφείου κόκκινο στυλό, το οποίο και εξάντλησα επίσης, όντας κι αυτό στα τελευταία του!

      Αναφέρω δε -όλα τ’ ανωτέρω- παρεμπιπτόντως, απλώς  για να επιταχύνω την αποφόρτιση της εργασίας, ευελπιστώντας να μην έχουν καμία σημασιολογική έννοια μέσα μου.

      Αλλά και στην προσπάθεια ν¨ απαλλάξω τους αναγνώστες από κάτι τέτοιο, ανάλογα!

                                                                       Ευ Δαίμων

Αλεξάντρ Σεργκέγεβιτς Πούσκιν

                    

                              

Ήσυχοι λαοί βοσκάτε,
δεν σας ξυπνά τιμής κραυγή,
κοπάδια τη σκλαβιά ζητάτε,
για σας ο κούρος και η σφαγή.

Γενιά, γενιά κληρονομάτε
δεσιά, κουδούνια και μαντρί.

      Αν και η ρωσική ποίηση δεν αξιώθηκε -αναφορικά- την πληθώρα της ελληνικής. Εντούτοις, η παρουσία και μόνο του Πούσκιν, ως υπέροχα αγαθή εικόνα, αντικαθιστά επάξια την ομορφιά και το κάλος της ανώτερης δημιουργίας.

Εις τους αιώνας… των αιώνων, αμήν!

      Αφού συνολικά η αναζήτηση για τις ψηλότερες κορυφές  της ποίησης, αποδόθηκε ονομαστικά, δικαίως στους Καβάφη, Μπολντέρ και Πούσκιν. Κι ενώ όλοι φαντάζουν στα μάτια και τ’ αυτιά κάθε ανειδίκευτου, ως μακρινά διαφορετικοί. Ωστόσο  -και οι τρεις- ξεκινώντας απ’ τον ρομαντισμό και καταλήγοντας στο ρεαλισμό. Είναι και αποτελούν, τα κύρια και ζωτικά όργανα ενός πνευματικού συνόλου.

        Που δεν είναι τίποτε άλλο…!

     Παρά η κορυφαία δημιουργία της ανθρώπινης σκέψης, στο σύνολό της, μέχρι και σήμερα. 

     Όντας, όμως, κάτι το ιδιαίτερο!

      Θα ήταν λοιπόν -τουλάχιστον- βαριά ύβρης το να τους ξεχωρίσουμε μόνο από το έργο τους. Καθώς κάτι τέτοιο ισχύει απόλυτα για το μεγάλο αυτόν Ρώσο ποιητή και πεζογράφο. Ο οποίος, επάξια κατακτά τον τίτλο του διδασκάλου για όλους τους υπολοίπους ρομαντικούς συγγραφείς και ποιητές.

     Καθώς το επαναστατικό πνεύμα του, οδήγησε τελικά στη γέννηση του ρεαλισμού, σε όλες τις μορφές τέχνης, αποδίδοντας στη γραφή, όλων όσων ακολούθησαν, ποιότητα και ποικιλία.

       Όμως, όπως ατυχώς συνηθίζεται ακόμα και σήμερα, γι’ άλλους ίσως λόγους. Ο Πούσκιν, ακόμα ένας που τόσο πρόωρα και τόσο άδικα, άφησε το έργο του μάλλον ημιτελές, στερώντας μας μια πνευματική συνέχεια. Εντούτοις, ποσοτικά, όσο και ποιοτικά, πρόφθασε να μας κληροδοτήσει ένα απόθεμα λογοτεχνικών δημιουργιών του. Ξεκινώντας από την ποίηση, μέχρι και τις μορφές του πεζού λόγου, όπως παραμύθια, μυθιστορήματα και θεατρικά έργα.

      Ωστόσο, όντας ο ίδιος ένας πνευματικός γίγαντας,  ανάμεσα στους νάνους της εποχής, δεν μπόρεσε ν’ αντισταθεί απέναντι σ’ όλα όσα ο ίδιος διαφωνούσε ριζικά.

      Ευγενούς καταγωγής, δεν δίστασε στιγμή να στηλιτεύσει την κοινωνική και πολιτειακή κατάσταση της εποχής του. Όντας δημόσιος αρχικά υπάλληλος, υφιστάμενος του τότε υπουργού εξωτερικών του Τσάρου, μαντέψτε ποίου…;   

         – Ιωάννου Καποδίστρια! –

    Ο Πούσκιν, εγκατέλειψε από νωρίς την πολλά υποσχόμενη θέση του, για να γίνει τελικά ένας αναγνωρισμένος συγγραφέας.

      Είναι δε γνωστό, σχεδόν μυθολογικά, το πως ο ίδιος  ο Καποδίστριας, έδειχνε ανοιχτά τη συμπάθειά του προς το πρόσωπο του εικοσάχρονου τότε Πούσκιν.

        Λέγοντας πως ο νέος αυτός… αν και μεγαλοφυής!

      Εντούτοις -ως χαραχτήρας- δεν ταιριάζει μ’ ότι όλοι οι άλλοι πίστευαν γι’ αυτόν. Ειρωνευόμενος βέβαια, όσους ευελπιστούσαν πως το ευγενές τέκνο μιας ανώτερης τάξης, θα ανερχόταν τα κρατικά αξιώματα στην πολιτική σκηνή.

     Ο Πούσκιν όμως, εντάσσεται άμεσα στο νεανικό ρεύμα της εποχής του, ενάντια στις όποιες αρχές της μοναρχίας και των πρακτικών της. Χρησιμοποιώντας, τι άλλο; την πένα του ως όπλο. Θέλοντας, διακαώς, να προωθήσει στη ρωσική κοινωνία νέες άξιες και την αποδοχή πιο προοδευτικών ιδεών.

     Έτσι ξεκινά έναν ανοικτό πόλεμο με το λογοτεχνικό κατεστημένο της εποχής, ανάμεσα σε παλαιότερους, αλλά και κατά πολύ ισχυρότερους αντιπάλους. Το αποτέλεσμα βέβαια, δεν ήταν άλλο, παρά η εξορία του ποιητή με εντολή του Τσάρου, προς τα δυτικά σύνορα της αυτοκρατορίας, στην πόλη της Οδησσού.

         Και πάλι καλά…!

       Πράγμα που του εξασφάλισε, ευτυχώς την τελευταία στιγμή, η ευγενική καταγωγή του ονόματός του.

        Όμως, παρ’ όλα αυτά, ο Πούσκιν δεν σταματά!

       Αντιθέτως, γράφει όλο και περισσότερο, όλο και πιο συχνά, μιας και βρίσκει πια χρόνο για τη μελέτη των αρχαίων, ποιητών και φιλοσόφων. Ανακαλύπτοντας εκεί μέσα το υλικό που τον οδηγεί στην προσωπική του αλήθεια κι ελευθερία. Ενώ παράλληλα, ο συνεχής απελευθερωτικός αγώνας των Ελλήνων, και τα νέα της απώλειας του Βύρωνα, που τόσο θαυμάζει.

         Τον ξεσηκώνουν ακόμα πιο πολύ…!

      Κάνοντάς τον να ενστερνιστεί τώρα τη νέα για όλους θεωρεία, πως η ελευθερία σώματος και πνεύματος, δεν είναι απλά μία ακόμα φιλοσοφική έννοια. Αλλά η απόλυτη κοινωνική αλήθεια και υποχρέωση, για την οποία όλοι θα πρέπει ν’ αγωνιζόμαστε πάντοτε, χωρίς καμία ιδιοτέλεια.

           Υστερόγραφο

        Η επική άλλωστε λογοτεχνία, με τον αθεράπευτο ρομαντισμό, κι έναν υγιή κοινωνικό ρεαλισμό, ήταν αυτά  που σημάδεψαν τον Πούσκιν, στη σκέψη, τη ζωή και τη γραφή του. Ενώ η ποιοτική σύγκριση όσων έγραψε, -με ό,τι άλλο!- τον οδήγησε τελικά στην κορυφή της παγκόσμιας λογοτεχνίας και διανόησης. Καθώς τα αιώνια έργα του -ποιήματα και άλλα- στο σύνολό τους, χαρακτηρίζονται με τη μορφή της απαράμιλλης τελειότητας και ομορφιάς, από κάθε άποψη.

                                                               Ευ Δαίμων

Εκατό χρόνια μοναξιά

– Gabriel Garcia Marquez –

    Αν και είναι πολλά περισσότερα…!

       Καθώς ο σπουδαιότερος Αμερικανός συγγραφέας, Γκαμπριέλ Γκαρσία Μαρκές, δεν είχε επιλεγεί, προς ώρας, ως αναφορά σ’ έναν από τους μεγαλύτερους καλλιτέχνες του γραπτού λόγου, παγκοσμίως. Εδώ, όπου αναρτώνται τα θέματα της λογοτεχνίας, απ’ την ιστοσελίδα Ευδαιμονία. Εντούτοις, με απόλυτο τρόπο, θα μπορούσαμε να πούμε πως ο ανωτέρω, είναι πιο επίκαιρος παρά ποτέ.

      Έτσι, δίνοντας προτεραιότητα -λόγω συνθηκών…-  σε βάρος του μέγιστου των γραμμάτων -Φ. Ντοστογέφσκι- μιας    κ’ ήταν άλλωστε η σειρά του. Εντούτοις, προσδοκώντας τελικά την κατανόηση όλων, θα επανέλθουμε.

             Οπότε… οψόμεθα!

      Το παρόν λοιπόν κείμενο, με αισθήματα αγάπης και άκρατου θαυμασμού προς τον κορυφαίο Λατινοαμερικανό συγγραφέα, παρά την αρχική σκέψη για ν’ ασχοληθούμε λίγο αργότερα με την πέραν των ωκεανών λογοτεχνία, -χρονικά τουλάχιστον-. Προτάσσεται σχεδόν από μόνο του, όντας μία επιτακτική ανάγκη του κειμενογράφου. Καθώς, όπως ήδη αναφέραμε, τα γεγονότα το επιβάλλουν επιτακτικά.

        Καθώς το να επιλέξουμε ελεύθερα, έστω ένα από τ’ αριστουργηματικά βιβλία του συγγραφέα, αυτήν τη φορά τουλάχιστον, φαντάζει δύσκολο!

        Εντούτοις, το εν λόγω βιβλίο, δεν μπορεί σε καμία  περίπτωση να είναι μόνο ένα καταπληκτικό μυθιστόρημα.  Αφού τελικά, είναι όντως ένα πολιτικοκοινωνικό πόνημα, που ταιριάζει όμως απόλυτα, τώρα παρά ποτέ, στην περίσταση. Ένα λογοτεχνικό κείμενο, όχι μόνο περιγραφικό της ιδιοσυγκρασίας των λαών και της ιστορίας της γης, πέραν του ατλαντικού. Αλλά κι όλων αυτών, που με κοινή καταγωγή, κοινωνική αντίληψη, κουλτούρα, θρησκεία, γλώσσα και τελικά ιστορία, ζουν εκεί.

       Πράγματα που με απαράμιλλο τρόπο παρουσιάζει, αποδίδει, επεξηγεί κι αναπαριστά ο μεγάλος συγγραφέας, αποκαλύπτοντας έτσι σ’ όλους εμάς, ό,τι ακατανόητα γίνεται αντιληπτό ως μια ιδιαιτερότητα συμπεριφοράς και τρόπου ζωής.

      Αν και στον πλανήτη γη, όλα προσεγγίζονται εύκολα, διασχίζοντας τώρα πια τις αποστάσεις με ταχύτητα, αφού το κακό που κρύβεται μέσα μας, ως ανθρωπότητα, ταξιδεύει πλέον πολύ γρήγορα!

      Διαβάζοντας ο σύγχρονος αναγνώστης αυτό το βιβλίο, για πρώτη φορά, ανοίγεται διάπλατα μπροστά του ένας νέος, ολόκληρος, κυριολεκτικά και μεταφορικά, κόσμος. Μία άλλη διαφορετική γη, που δημιουργήθηκε από το γεγονός μιας τόσο βίαιης σύγκρουσης, διαφορετικών πολιτισμών, αποτέλεσμα της άπληστης επιθυμίας για πλούτο.

        Ποιων άλλων… παρά υμών -ιστορικά- πολιτισμένων Ευρωπαίων!

       Έτσι, οι όποιες παραδοξότητες στην ιστορική πορεία της Αμερικής, βόρειας, κεντρικής ή νότιας. Ελάχιστη διαφορά έχουν…! Καθώς δεν είναι τίποτε άλλο, παρά το αποτέλεσμα της κατάκτησης και της οικειοποίησης, με το έτσι θέλω, πριν από πεντακόσια σχεδόν έτη, εφαρμόζοντας το δίκαιο του δυνατού.

      Και, εν συνεχεία, της απόδοσης στην παρούσα μορφή, ενός δυστοπικά πολιτισμικού γίγνεσθαι, μέσα από τις πρακτικές ενός αποικιοκρατικού συστήματος, που είναι όντως ζωντανό μέχρι και σήμερα. Μα και της σχεδόν διαστροφικής επιθυμίας για επιβολή, ενός σαθρά υποτιθέμενου πολιτισμού.

     Ο οποίος, αποβιβάστηκε κάποτε στις ήρεμες ακτές αυτής της ηπείρου, εντελώς απρόσκλητα και δια της βίας. Βιάζοντας όμως ταυτόχρονα και εξοντώνοντας το γηγενή πληθυσμό και νόμιμο κάτοχό του.

        Όπως είναι άλλωστε σύνηθες, εδώ και καιρό, ν’ αποκαλούνται οι γνωστοί ερυθρόδερμοι… ίσως απ’ το χρώμα του αίματος!

      Ο ήρωας λοιπόν του βιβλίου, ο συνταγματάρχης Αουρελιάνο Μπουενδία, αγωνίζεται, μάλλον παράδοξα, να ξεφύγει από τα αυτοκαταστροφικά αποτελέσματα ενός κατακερματισμένου, στη συνεχόμενη βία, κόσμου του. Όπως, τόσο εύστοχα και γλαφυρά, αποτυπώνεται από την πένα του συγγραφέα στο πρόσωπο του ήρωα. Καθώς τελικά υποτάσσεται    κι αυτός σε μια κοινή μοίρα, βιώνοντας τη διάρκεια της φθοράς ενός ανθρώπου, ο οποίος είναι γέννημα όλων αυτών των καταστάσεων της ιστορίας και του τόπου.

       Μιας και τα πάντα γύρω, διαμορφώνουν συνεχώς την  επιλογή της πορείας του, από τη γέννηση, μέχρι και το τέλος του.

          Όποιο κι αν είναι αυτό…!

    Έστω και μπροστά σε κάποιο εκτελεστικό απόσπασμα.

       Άλλωστε, εκεί αποδίδεται και η μαγευτική αξία  του Κολομβιανού συγγραφέα, που με τόση δεξιότητα μας προσφέρει την ομορφιά της γραφής και του ταλέντου του, ως ίσης αξίας ανάμεσα στην ελίτ της παγκόσμιας λογοτεχνίας.

      Αποδίδοντας στον πεζό λόγο του, την πραγματικότητα του τόπου, που ομοιάζει με κάτι απίστευτα μυθολογικό!

      Ενώ ταυτόχρονα, αποκαλύπτει ξεκάθαρα, ένα βαθύ  και τόσο πληγωμένο συλλογικό ασυνείδητο, μιας ολόκληρης ηπείρου, που απλώνεται σαν παραισθησιογόνα ομίχλη πάνω από αμέτρητα τετραγωνικά χιλιόμετρα γης, αλλού άγονα γυμνή, κι άλλου καταπράσινα δαιδαλώδη.

      Κι ενώ έτσι όλα συμπλέκονται κατά την εξιστόρηση, κάνοντας τη σκέψη του αναγνώστη να χάνεται πρόσκαιρα σε μιαν αδιέξοδη φαινομενικά διήγηση. Τότε ακριβώς είναι που με μια παράλογη διαφυγή, ο συγγραφέας αποκαθιστά το αφύσικο για εμάς, ως κάτι το απόλυτα αποδεκτό.

        Δικαιώνοντας ίσως τελικά… τόσο εύλογα το παράλογο!

       Αποκαθιστώντας τον τρόπο σκέψης των ηρώων, που τόσο μας ξενίζει με μια πρώτη ανάγνωση.

      Μιας και κάπως έτσι, -από πάντα- ήταν όλα σ’ αυτή την τόσο μακρινή και αχανή ήπειρο του πλανήτη μας, κι όχι μόνο!

      Καθώς, εδώ τελικά, η ελπίδα μετατρέπεται στη μοναδική διέξοδο και η απαισιοδοξία, τόσο παράδοξα, σ’ έναν μοναδικό τρόπο ζωής, ως μία ιδιαίτερη αντίληψη της πραγματικότητας.

     Αφού μπορούμε να πούμε, χωρίς καμία ίσως υπερβολή, έχοντας διαβάσει το βιβλίο σχολαστικά. Πως ο Gabriel Garcia Marquez, είναι ένας πολύ επικίνδυνος συγγραφέας!

          Υστερόγραφο

      Ωστόσο, αναζητώντας ίσως με αδόκιμο τρόπο, την οποιαδήποτε συνάφεια. Μιας και το γνωστό ανέκδοτο, θέλει  τον τόπο μας ως τη μοναδική χώρα της Καραϊβικής, και μέλος της Ευρωπαϊκής ηπείρου ταυτόχρονα. Θα μπορούσαμε να πούμε:

         Άντε και στα δικά μας…!

        Αυτό δε το τελευταίο… παρακαλώ όπως ληφθεί απλά  ως ένας ακόμη αστεϊσμός. Μιας κι αυτή -και μόνον αυτή!- ήταν η πρόθεση του συγγραφέα του κειμένου.

                                                           Ευ Δαίμων

Ευδαιμονία, αρμονία μέσα απο την σύγκρουση

Photo by Pixabay on Pexels.com

Η Ευδαιμονία είναι μία έννοια που απασχόλησε πολύ τους περισσότερους σημαντικούς στοχαστές της αρχαιότητας. Στην ομηρική εποχή έβλεπα την ψυχική ισορροπία και την ευδαιμονία ως αποτέλεσμα της θεϊκής εύνοιας και της αριστοκρατικής καταγωγής. Ευδαίμονας στον ‘Όμηρο είναι αυτός που έχει εξωτερική ομορφιά και δύναμη του σώματος και κατέχει αγαθά.

Οκτώ αιώνες μετά, κατά τον τον 5ο αιώνα πχ αυτό έχει αλλάξει και Ευδαιμονία είναι η ικανότητα συνειδητής, ενάρετης, ηθικής βούλησης επιλογής και δράσης του ίδιου του ανθρώπου.

Η πορεία αυτή πέρασε από πολλά στάδια. Από τη μυστηριακή σκέψη των Ορφικών στους  σοφούς της αρχαιότητας. Ο Θαλής ο Μιλήσιος  θεωρούσε ότι η Ευδαιμονία χρειάζεται ένα υγιές σώμα, ένα εφευρετικό μυαλό και κλίση προς τη μόρφωση. Μια περιγραφή αρκετά ενεργητική που δίνει στον άνθρωπο την ευθύνη να την αναζητήσει.

Ο Σόλων  ο Αθηναίος από την άλλη έβλεπε την ευδαιμονία πέρα από τα όρια της ζωής. Θεωρεί Ευδαίμον αυτόν που έχει «μία αγαθή ζωή και έναν ευτυχή θάνατο», εισάγοντας κατά κάποιον τρόπο την νοηματοδότηση και τη ζωή με νόημα και αξίες ως απαραίτητα στοιχεία της ευδαιμονίας.

Ο Πυθαγόρας είδε στην Ευδαιμονία την αρμονία των δυνάμεων της ψυχής. Μιλώντας για δυνάμεις της ψυχής εννοούσε την νόηση, την φαντασία, την αίσθηση, τη νόηση που κινεί το σώμα και την επιθυμία για το ωραίο και καλό. Ενώ ως αρμονία έβλεπε την ύπαρξη συμμετρίας μεταξύ υλικού και πνευματικού στοιχείου . Για τους πυθαγόρειους ή Ευδαιμονία ήταν ο υπέρτατος στόχος της ζωής , μία κατάσταση ψυχικής υγείας. «Μην ψάχνεις αλλού την Ευδαιμονία, είναι μέσα σου»

Η αρμονία είναι η λέξη που σχετίζεται με την Ευδαιμονία και στον Ηράκλειτο με έναν κάπως διαφορετικό τρόπο καθώς για τον σκοτεινό φιλόσοφο ή αρμονία δεν είναι παρά αποτέλεσμα της σύγκρουσης – έριδας μεταξύ των αντιθέτων. Η έρις , η σύγκρουση συμβαίνει μεταξύ των μερών της ψυχής του λογικού από τη μία πλευρά και του θυμικού συναισθηματικού από την άλλη. «Πάντα κατ’ έριν γίγνεσθαι»

Αφήνοντας για λίγο τους φιλοσόφους συναντάμε στην Κάτω Ιταλία των Αλκμαίο, διάσημο γιατρό ο οποίος πίστευε ότι οι άνθρωποι δεν μπορούν να κερδίσουν την αθανασία όμως είναι σε θέση να δημιουργήσουν μια κατάσταση ευδαιμονίας όσο ζου. Για αυτόν η Ευδαιμονία είχε δύο συστατικά τις σωματικές και τις πνευματικές δυνάμεις οι οποίες όμως θα πρέπει να είναι στη ίδια αναλογία και να μην υπερισχύει η μία της άλλης γιατί στην περίπτωση αυτή δημιουργείται ασθένεια. Η καλή υγεία λοιπόν, σωματική και ψυχική ήταν άμεσα συνδεδεμένη με την Ευδαιμονία. Η ισορροπία κάνει την εμφάνιση της και εδώ με κάποιον τρόπο

Στην Σικελία τώρα, χρόνια μετά τον Ηράκλειτο ο Εμπεδοκλής έχει μία παρόμοια ιδέα. Μόνο που αυτός ονομάζει της αντίθετες δυνάμεις Φιλότητα (Αγάπη) και Νείκος ( εχθρότητα), Η φιλότητα είναι η ενοποιητική δύναμη που εξασφαλίζει την αρμονία- ισορροπία.

Για τους σοφιστές η ψυχική υγεία συνδέεται με την Αλυπίαν , την έλλειψη λύπης και την αταραξία της ψυχής. Για αυτούς το περιεχόμενο της Ευδαιμονίας είναι διαφορετικό για κάθε άνθρωπο σε κάθε διαφορετική στιγμή . Έτσι ο άνθρωπος είναι αυτός που ορίζει τι είναι ευδαιμονία για αυτόν. Οι σοφιστές συνέδεσαν την Ευδαιμονία με την απόλαυση των υλικών αγαθών και την άνετη ζωή. Για αυτούς η Ευδαιμονία συνδέεται με το συμβιβασμό του ανθρώπου στην πραγματικότητα . Επίσης θεωρούσαν ότι ο νους είναι αυτός που καθοδηγεί το σώμα στην υγεία ή την ασθένεια, έτσι ο τρόπος σκέψης που δεν αντανακλά την πραγματικότητα είναι αιτία της διαταραχής της ψυχής

Βλέπουμε πως η ισορροπία και η αρμονία έχουν κυρίαρχη θέση στην περιγραφή της Ευδαιμονίας αλλά δεν εξαντλείται εκεί. Η ζωή με αρχές και νόημα έχει σημαντική θέση,

Eυδαιμονία τότε και τώρα

Στην αρχαιότητα ο όρο Ευδαιμονία αναφερόταν σε αυτόν που έχει την εύνοια του Δαίμονα. Ο Δαίμονας αυτός ήταν μια καλή θεότητα αλλά όπως αναφέρει και ο Ηράκλητος αντιπροσώπευε χαρακτήρα του ανθρώπου.

Ετσι η ευδαιμονία συνδεόταν στενά με την ψυχική ισορροπία και την ψυχική υγεία. Βασιζόταν στην εσωτερική ισορροπία και γαλήνη και όχι σε εξωτερικά ή άλλα αγαθά.

Είναι διαφορετική από την ευτυχία γιατί δεν εξαρτάται από την τύχη αλλά από τη βούληση του κέθε ατόμου να εφαρμόσει όσα χρειάζονται για να φτάσει στην Ευδαιμονία

Η τύχη πέρα από τις συμπτώσεις

Photo by lil artsy on Pexels.com

Συχνά θεωρούμε την τύχη κάτι τυχαίο και ανεξέλεγκτο, ένα παιχνίδι της μοίρας που ευνοεί κάποιους και αδικεί άλλους. Πιστεύουμε ότι ορισμένοι άνθρωποι γεννιούνται «τυχεροί», ενώ άλλοι καταδικασμένοι στην ατυχία. Ωστόσο, κατά τη γνώμη μου, η τύχη δεν είναι μόνο αποτέλεσμα συγκυριών, αλλά σε μεγάλο βαθμό συνδέεται με τη στάση ζωής και τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουμε όσα μας συμβαίνουν.

Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα που μας προβληματίζει είναι η ιστορία του Τσουτόμου Γιαμαγκούτσι. Βρέθηκε στη Χιροσίμα τη στιγμή που έπεσε η πρώτη ατομική βόμβα και, λίγες ημέρες αργότερα, στο Ναγκασάκι όταν έπεσε η δεύτερη. Θα μπορούσε κανείς εύκολα να τον χαρακτηρίσει τον πιο άτυχο άνθρωπο στον κόσμο. Κι όμως, ο Γιαμαγκούτσι επέζησε και από τις δύο καταστροφές και έζησε μια μακρά ζωή, αφιερωμένη στην υπεράσπιση της ειρήνης. Το παράδειγμά του δείχνει ότι η τύχη δεν ταυτίζεται πάντα με την απουσία δυσκολιών, αλλά συχνά με την ικανότητα του ανθρώπου να αντέχει, να προσαρμόζεται και να δίνει νόημα ακόμη και στις πιο σκληρές εμπειρίες.

Οι άνθρωποι που θεωρούνται «τυχεροί» δεν είναι απαραίτητα εκείνοι που δεν αντιμετωπίζουν προβλήματα, αλλά εκείνοι που δεν αφήνουν τις δυσκολίες να τους καθηλώσουν. Διατηρούν μια αισιόδοξη στάση, είναι πιο ανοιχτοί στις ευκαιρίες και τολμούν να δοκιμάζουν νέους δρόμους. Έτσι, αυξάνουν τις πιθανότητες να τους συμβεί κάτι θετικό. Αντίθετα, η απαισιοδοξία και ο φόβος συχνά οδηγούν σε αδράνεια και τελικά σε αυτοεπιβεβαιούμενη ατυχία.

Ακόμη και όταν η ζωή φέρνει ανατροπές, όπως στην περίπτωση του Γιαμαγκούτσι, η στάση απέναντι στα γεγονότα παίζει καθοριστικό ρόλο. Η μετατροπή μιας αρνητικής εμπειρίας σε αφορμή για δράση ή μάθηση είναι στοιχείο που συναντάται συχνά στους ανθρώπους που χαρακτηρίζουμε «τυχερούς».

Συμπερασματικά, η τύχη δεν είναι απλώς μια τυχαία εύνοια της μοίρας. Είναι το αποτέλεσμα της οπτικής μας, των επιλογών μας και της επιμονής μας. Το παράδειγμα του Τσουτόμου Γιαμαγκούτσι μας υπενθυμίζει ότι ακόμη και μέσα στις πιο αντίξοες συνθήκες, ο άνθρωπος μπορεί να βρει τη δύναμη να συνεχίσει και, τελικά, να θεωρηθεί «τυχερός» όχι για όσα απέφυγε, αλλά για όσα κατάφερε να ξεπεράσει.

Αναφορές

Tsutomu Yamaguchi (16 March 1916 – 4 January 2010) on Wikipedia

Wiseman, R. John (2004). The Luck Factor: Change Your Luck – and Change Your Life. 215 pages.

Day, L., & Maltby, J. (2003). Belief in Good Luck and psychological well-being: The mediating role of optimism and irrational beliefs. *The Journal of Psychology, 137*(1), 99-110.

Απελευθερώνοντας το εγώ και τον πραγματικό εαυτό

     Η απόφαση, έγκειται ίσως στο ν’ αναγνωρίσουμε τα βαθιά και καταπιεσμένα ένστικτα και αρχέτυπα, αυτά που το συλλογικό ασυνείδητο – Carl Jung – μας έχει παραδώσει γονιδιακά και συνεχίζει να το κάνει επίκτητα. Με άλλα λόγια,  ν’ αποδεχτούμε τον πραγματικό και εσωτερικό εαυτό και τα γνήσια θέλω, απορρίπτοντας ό,τι προσποιητά έχουμε ενδυθεί στην προσπάθεια να γίνουμε αποδεκτοί από τους άλλους.

       Να αφαιρέσουμε δηλαδή τη μάσκα της κοινωνικής προσποίησης, για χάρη μιας γνήσιας αντιμετώπισης της ζωής και του αληθινού εαυτού μας. Προβάλλοντας πλέον ανοικτά και χωρίς φόβο ή ενδοιασμούς τις επιθυμίες μας, αποκαλύπτοντας ένα πραγματικό είναι.

      Πως όμως θα μπορούσαμε να νικήσουμε τον φόβο του να είμαστε το αληθές πρότυπο μιας παραγωγικής κοινωνίας.

     Μιας και κάτι τέτοιο, είναι όντως ό,τι πιο ανατρεπτικό, ό,τι πιο γνήσια αποκαλυπτικό, και ταυτόχρονα, ό,τι πιο παραγωγικά απελευθερωτικό.

      Η αλήθεια είναι πως ο άνθρωπος πάντα θα φοβάται να δείξει το ποιος πραγματικά είναι. Τις ευαισθησίες, τις αδυναμίες, τους φόβους του. Καθώς δεν αντέχει, όχι απλά  στην κριτική, αλλά και τη μη αποδοχή, ενώ πανικοβάλλεται  στη σκέψη της απόρριψης, αφού τελικά αποστρέφεται την ιδέα της περιθωριοποίησης. Πιστεύοντας έτσι λανθασμένα, πως κάτι τέτοιο θα τον οδηγήσει σίγουρα στο ν’ αποτύχει ως παρουσία ανάμεσα σ’ ένα σύνολο που πράττει αναλόγως.

     Προσποιούμενος, με τον ίδιο πάντα λάθος τρόπο, κάτι που δεν είναι τελικά σαφές. Αρνούμενος ν’ αφαιρέσει τη μάσκα του ψεύτικου εαυτού.

       Έτσι, κι ενώ προσποιητά προσπαθεί να κάνει δηλωτική την παρουσία του είναι. Στην πραγματικότητα, δεν επιτυγχάνει τίποτε άλλο, παρά να παραμένει αόρατος, μη αποδεκτός ή έστω ανεκτός. Μήπως όμως αυτό είναι που πραγματικά επιδιώκει, ωθούμενος από φόβο τις πιο πολλές φορές. Φοβούμενος να μην αποκαλυφθεί ξεγυμνώνοντας το αληθινό εγώ και εαυτό, ενώπιον των άλλων.

         Μιας κι αυτοί… δεν θα το αποτολμούσαν ποτέ!

     Το μόνο τελικά που καταφέρνει, μάλλον, είναι ν’  αποδομεί τον πραγματικό εαυτό, ελαττώνοντας δραματικά   την όποια παρουσία του. Και τελικά, να ισοπεδώνεται και να εξαφανίζεται ως προσωπικότητα, ανάμεσα σ‘ ένα πλήθος ανώνυμων, αν όχι εντελώς ψεύτικων εγώ. Τα οποία όμως έχουν πλήρως ομογενοποιηθεί, όπως ο κιμάς ή ό,τι άλλο, δεν έχει καμία σημασία.

       Έτσι κρύβεται πίσω από μάσκες που τον βοηθούν  να φαίνεται κανονικός, προβλέψιμος και εικονικά ασφαλής.

    Ωστόσο, κάθε φορά που το άτομο προβάλει ένα ψεύτικο, εικονικό εαυτό, το είναι διαγράφεται, και το εσωτερικό εγώ μειώνεται, εάν δεν καταστρέφεται κιόλας. Καθώς ό,τι γνήσιο φέρει στη σκέψη και την ψυχή του, χάνεται διαρκώς. Αφού χωρίς καμία άλλη επιλογή, θάβεται βαθιά μέσα σ’ ένα απόλυτα σκοτεινό κι ερεβώδες ασυνείδητο. Ένα μέρος, όπου με κλειστές τις πόρτες εξόδου και τα παράθυρα πραγματικής επικοινωνίας, ασφυκτιά εισπνέοντας έναν ανακυκλωμένο διαρκώς αέρα, που στο τέλος δηλητηριάζει τα πάντα.

        Αντιθέτως όμως, όταν το άτομο αποφασίσει να ζει   αληθινά, δείχνοντας στους άλλους την πραγματική του εικόνα, χωρίς συμβιβασμούς και ψέματα. Τότε οι δυο αυτοί κόσμοι -το μέσα και το έξω- αρχίζουν να ισορροπούν, να συνταιριάζουν την ώρα που οι πράξεις, τα λογία και η παρουσία, αντανακλούν την αλήθεια του στους άλλους. Έτσι το είναι, γίνεται τελικά μια φωτεινή εικόνα.

     Καθώς δεν υπάρχει τίποτε πιο γοητευτικό, από αυτό!        

      Μιας και η ζωτικότητα του ατόμου, απελευθερώνεται σχεδόν μεταδοτικά, κάνοντας τους άλλους να θέλουν να τον μιμηθούν, να τον ακολουθήσουν, όπως ένας δυνατός μαγνήτης τράβα επάνω του τα βάρια μέταλλα.

      Όμως για να συμβεί κάτι τέτοιο, θα πρέπει, όπως  έχουμε ήδη αναφέρει, ο άνθρωπος να πάψει να φοβάται  πως θα εκθέσει τον εσωτερικό εαυτό του στον κίνδυνο της απόρριψης. Καθώς αυτή είναι η δύσκολη απόφαση που πρέπει να παρθεί άμεσα, και χωρίς πισωγυρίσματα. Μιας και η όποια αποκάλυψη, στα σίγουρα θα ενοχλήσει κάποιους αμετανόητα μασκοφόρους.

      Εντούτοις, το όφελος για το άτομο, είναι πολλαπλάσιο σε σχέση με την απώλεια κάποιων ψεύτικων παρουσιών, οι οποίες απλώς συναναστρέφονται τη μάσκα ή τη στολή, κι όχι τη ζωή πίσω και μέσα από αυτήν.

       Ποιο όμως είναι πραγματικά το όφελος μιας τέτοιας αλλαγής, μιας τόσο ριζικής αποκάλυψης. Τι μπορεί δηλαδή  να κερδίσει το άτομο, πράττοντας ανάλογα.

        Η απάντηση, στο εύλογο αυτό ερώτημα, έρχεται μάλλον από μόνη της. Αφού το να κρύβει κάποιος τον αληθινό εαυτό του, είναι πάντοτε κάτι βαρύτερο, απ’ το να είναι ο ίδιος διαυγής. Καθώς έτσι ο κόσμος του απαλλάσσεται απ’ το ψέμα, την προσποίηση και τη δυσκολία του να είναι ένας ξένος με το ίδιο του το εγώ. Κάποιος αδιάφορα άλλος, σε σχέση πάντα με το πραγματικό είναι.

          Κι όχι αυτός ο ίδιος…!

       Μιας και τα πάντα γύρω μας, τόσο απροσδόκητα, αλλάζουν ξαφνικά συχνότητα επικοινωνίας, ρυθμίζοντας  από την αρχή τις ανθρώπινες σχέσεις, την εικόνα μας και το φως ανάμεσά τους. Καθώς πλέον το άτομο στέκεται μπροστά στον προσωπικό του καθρέπτη, χωρίς καμία εσωτερική αίσθηση ντροπής. Αφού δεν κρύβεται πλέον από τους άλλους, αλλά κι απ’ τον εαυτό του.

     Σ’ αυτή την περίπτωση, η αίσθηση της ελευθερίας τον πλημμυρίζει καθημερινά, ενώ ταυτόχρονα, ο φόβος για ένα αβέβαιο αύριο εξαφανίζεται, απολαμβάνοντας το σήμερα, που πριν από λίγο, τον καταδυνάστευε κάνοντάς τον ν’ ασφυκτιά μέσα σ’ ένα ψεύτικα στενό και ξένο ρούχο. Έτσι κάτι υπέροχο αναπτύσσεται προκαλώντας ίαση, ηρεμία και αίσθημα εφορίας για πρώτη φορά. Καθώς η πραγματική εν συναίσθηση, οδηγεί αυτόματα την ελεύθερη βούληση, δημιουργώντας αφειδώς γνήσια συναισθήματα και απολαύσεις.

       Παράγοντας συνεχώς τώρα πράγματα και εμπειρίες που βιώνει έντονα το άτομο, χωρίς να χρειάζεται κανένα είδος επιδοκιμασίας ή αποδοχής και εξωτερικής επιβεβαίωσης, από κανέναν άλλο.

      Καθώς το άτομο, με την παρουσία του και μόνο,  εκφράζει και πάλι την προσωπική του αλήθεια με ηρεμία, απαλλαγμένο από τις σκέψεις και τις ένοχες που προκαλεί η προσποιητά, προηγουμένη, ψευδής εικόνα του. Άλλωστε, όλα αυτά, κι άλλα πολλά, υπήρχαν μέσα του από πάντα.

     Και τελικά, φτάνει όχι μόνο στο να κατανοεί το εγώ, αποκαλύπτοντας τον πραγματικό του εαυτό. Αλλά και στο να καταλαβαίνει τους άλλους, αποδεχόμενος πια ή και όχι!

      Ό,τι ψευδές μέχρι τώρα είχε βιώσει, απορρίπτοντας την όποια κενή παρουσία δίπλα του.

       Στη δική του… πια ζωή!

            Υστερόγραφο

       Ωστόσο, με το να πετάξει κανείς τη μάσκα του,  απαλλάσσοντας το εγώ και τον εαυτό του από μια ψεύτικη εικόνα, δεν χάνει τίποτε άλλο, παρά τις αυταπάτες με τις οποίες ζούσε μέχρι τώρα.

                                                           Ευ Δαίμων        

Γιατί…;

Photo by cottonbro studio on Pexels.com

     Μία μάλλον ατυχής προσπάθεια του Ευ Δαίμων… να  δώσει μια κάποια απάντηση, στο δύσκολο αυτό ερώτημα!

       Υπάρχουν στιγμές που ο άνθρωπος κοιτά μέσα  του, διαπιστώνοντας πως δεν βλέπει τίποτα, ενώ ταυτόχρονα νοιώθει αυτήν την εσωτερικότητα, ως ένα απέραντα σκοτεινό  κι ακατοίκητο μέρος, χωρίς αρχή και τέλος. Έτσι το σιωπηλό ερώτημα που γεννάτε, τόσο επίμονα απαιτητικό στη σκέψη  του, είναι το γιατί…;

      Τι είναι λοιπόν όλο αυτό; από που ξεκινά και πως σχηματίζεται σε εικόνες, σκέψεις, φως, παλμό και συναίσθημα.

        Τι το δημιουργεί… και τι το καταστρέφει!

    “Η τελευταία αυτή φράση, δεν έχει καμία οντολογική σημασία, μιας και τίποτα δε δημιουργείται, και τίποτα δεν καταστρέφεται πραγματικά. Ωστόσο, χρησιμοποιήθηκε απλά για να εντυπωσιάσει τον αναγνώστη…!”

      Πως όλα λοιπόν βρίσκονται συνέχεια μαζί, και ποια δύναμη δεν τ’ αφήνει να διαχωριστούν, σκορπίζοντάς  τα. Τι είναι τάχα αυτό που συγκρατεί τ’ αστέρια, τη γη, τον ουρανό, το φως, το σκοτάδι και τη σάρκα. Κι αφού ζούμε σ’ έναν κόσμο χωρίς λογική εξήγηση, μες τον οποίο, ό,τι τώρα είναι ακόμα σε ισχύ, αύριο αυτοαναιρείται, χωρίς να χάνεται όμως. Δημιουργώντας συνεχώς άπειρους κύκλους δημιουργίας και καταστροφής. Και γιατί όλο αυτό δεν μας συντρίβει απλά, παρά μας προκαλεί ακόμη περισσότερο!

      Καθώς η ενέργεια και η ιστορία του κόσμου που μας περιβάλει είναι αέναη, κι εμείς είμαστε, τουλάχιστον για τώρα, ένα αναπόσπαστο κομμάτι της. Μια στιγμιαία αναλαμπή στο χρονικό μέγεθος της δημιουργίας στο σύνολό της. Αρνούμενοι όμως να δεχθούμε πως δεν θα πάρουμε γρήγορα τις απαραίτητες απαντήσεις, -τις οποίες κι αναμένουμε πάντοτε ανυπόμονα- πραγματοποιώντας κάποτε το υπέροχο ταξίδι των ονείρων  μας στο αχανές σύμπαν.

       Κι αν κάτι τέτοιο δεν ισχύει τελικά… παρά μόνο μες την ακόρεστη φαντασία μας! Τότε ποιος άραγε είναι ο λόγος για να συνεχίσουμε να προσπαθούμε, μην περιμένοντας τίποτα.

       Είναι τελικά η μοίρα της ανθρωπότητας μια ατέλειωτη διαδρομή σκέψης στο χρόνο και τον χώρο ή απλώς η έκφανση της ύλης που αιώνια συνεχίζει να μεταλλάσσεται, παραδίδοντας τις άπειρες εικόνες που σχηματίζονται στη λήθη μιας διαρκούς διαγραφής. Ή, ίσως, μια απαραίτητη αυταπάτη! Για να μπορεί έτσι η ανθρωπότητα να ζει το τώρα, που τόσο μοναχικά έχει επιλέξει και τόσο μοναδικά υπάρχει δίχως αύριο.

        Βιώνοντας τελικά, απλά και πρόσκαιρα, τα δεδομένα ενός πειράματος, και τίποτε παραπάνω.

      Ωστόσο, όταν κοιτάμε μέσα μας ή ψηλά τον ουράνιο  θόλο, ανέφελα γαλάζιο ή αναλάμποντα σκοτεινό, ανάλογα!

       Διαπιστώνουμε αμέσως πως το ίδιο απέραντο κενό  που μας περιβάλει, παντού και πάντα, δεν είναι μόνο αυτό  που μας ορίζει. Αλλά κι αυτό που δεν αφήνει να επιτελέσουμε τον όποιο ιδεατό στόχο μας. Θέτοντας συνεχώς δισεπίλυτα ερωτήματα, -όντας εικονικά μία εσχατολογική διαδρομή- τα οποία μας οδηγούν πρόσκαιρα σε φαινομενολογικά αδιέξοδα.

      Ένα κενό, απόλυτα σιωπηλό, εντούτοις, τόσο φωτεινά σαγηνευτικό!

     Καθώς κάνει τις ασύλληπτα τεράστιες αποστάσεις, να διαχωρίζουν την ελάχιστη ποσότητα της ύλης, -αναλογικά- μηδενίζοντας τη χρήση της αισιόδοξα απλής σκέψης, πως ότι μας χωρίζει από την απάντηση μέχρι την ερώτηση, γιατί…; τελικά κι αναπόφευκτα θα απαντηθεί κάποτε.

        Υποδεικνύοντας, ίσως, πως εμείς είμαστε το μέτρο όλων αυτών, και γιατί όχι… η αυτοεκπλήρωσή τους.

      Σκέψη, τόσο ανακουφιστική, όσο ταυτόχρονα και φευγαλέα άκαιρη!

      Έτσι, διαπιστώνοντας την αποκαλυπτική ομοιότητα όλων, σε άμεση σχέση με της ύπαρξης μας. Δεν μπορούμε παρά να κάνουμε -εύκολα…- τη διαπίστωση πως κάτι υπάρχει, κάτι για το οποίο αξίζει κάθε προσπάθεια αναζήτησης, ταξιδιού, σκέψης και γιατί όχι, απώλειας. Οδηγώντας τελικά στην εύρεση ενός απώτερου κι ανωτέρου σκοπού, – όπως αυτός φαντάζει συνεχώς μέσα μας- ωσάν μια προφητική επίκληση, όπως είναι η απόλυτη γνώση και η ανακάλυψη της αλήθειας.

        Όσο αυτοκαταστροφικό του παρόντος χρόνου κι αν ακούγεται αυτό, ή ίσως και να είναι!

                                                             Ευ Δαίμων

Η τέχνη της ζωής