Βουή και Μανία -Γουίλιαμ Φώκνερ

 

                             -The sound and the fury-

                           -William Guthbert Falkner-

                 

                          – έγραψε βιβλία και πέθανε-

                                  -επιτύμβια φράση-

      Αν και η πρώτη αυτή επιλογή, για τους μυημένους, στην αμερικανική λογοτεχνία, ομοιάζει με βουτιά στα βαθιά.    

      Εντούτοις, δεν θα μπορούσε να γίνει κι αλλιώς…!

     Μιας και ο Φώκνερ, είναι ό,τι πιο ενδεικτικό αυτής  της λογοτεχνικής σχολής. Όντας, ίσως, ό,τι πιο παράδοξο μορφολογικά, ως ο πρωτεργάτης ενός είδους γραφής που ακόμα και σήμερα δεν αντιγράφεται. Παρά τ’ ότι αρκετοί προσπάθησαν, επιχειρώντας κάτι ανάλογα, με πολύ όμως    μικρή επιτυχία.

      Καθώς το δράμα, όλων αυτών των σπουδαίων κατά τ’ άλλα λογοτεχνών, δεν ήταν άλλο, παρά η έλλειψη καταγωγής.

      Μιας και τόσο κοντά στην πηγή της -illusion- του κινηματογράφου, εκεί δηλαδή όπου η ομορφιά, ωσάν άλλη κατάρα, απαιτεί κατάθεση ψυχής. Όπου οι περισσότεροι, αν όχι όλοι, καταθέτουν τη δουλειάς τους. Πληρώνοντας έτσι ακριβά ως αντίτιμο για την αναγνώριση που τόσο πολύ επιθυμούν, και η οποία, είτε έρχεται αργά ή δεν έρχεται ποτέ.

      Κι αφού η ψυχική δύναμη, η ομορφιά και η καλλιέργεια είναι όντως κατάρες!

       Έτσι, όλοι οι εξ Αμερικής συγγράφεις, παγιδευμένοι  σ’ ένα άλλο συλλογικό ασυνείδητο, γράφουν συνεχώς, μη μπορώντας όμως να ξεφύγουν ποτέ από ένα τέτοιο αδιέξοδο.

      Για όλα αυτά όμως… ελπίζουμε να μας δοθεί η ευκαιρία ν’ αναφερθούμε πιο αναλυτικά, αργότερα.

       Όταν, ίσως, εμβαθύνουμε λίγο περισσότερο στα έργα περισσοτέρων Αμερικανών ποιητών και πεζογράφων. Μιας  και -προς ώρας- επιβάλλεται ν’ ασχοληθούμε αποκλειστικά με τον μοναδικό συγγραφέα αυτής της ηπείρου, που ομοιάζει τόσο πολύ με τους πέραν του Ατλαντικού ομοϊδεάτες.

       Όταν τόσο λυρικά και ρεαλιστικά, ταγμένος στην αριστουργηματική γραφή της περιγραφής των ανθρώπινων δυστυχιών. Παρουσιάζει γλαφυρά τα πρόσωπα των ιστοριών του -ως άβουλα όντα- που παγιδευμένα μέσα στα ελαττώματα, τα πάθη και τις διαστροφές τους. Παραδίδονται αναπόφευκτα σε μια καταστροφική μοίρα, χωρίς άλλην επιλογή ή διέξοδο.

       Όμως, όντας γεγονός αναμφισβήτητο, ακόμα και τα χαλασμένα ρολόγια, συνηθίζουν να δείχνουν τουλάχιστον δυο φορές την ημέρα τη σωστή ώρα. Έτσι και τα πρόσωπα του βιβλίου, μα και τα γεγονότα που μας περιγράφονται στις σελίδες, εντελώς ακατανόητα κάποιες φορές για κάποιους. Δεν χρησιμοποιούν μια τυπική  σειρά γεγονότων για την εξέλιξη της διήγησης, αλλά αφήνουν τα γεγονότα να εξελίσσονται, ως κάτι γενικά ασαφές.

      Είπαμε άλλωστε, απ’ την αρχή, για το βάθος της όποιας πρώτης επιλογής, προειδοποιώντας ίσως και για το κόστος της όποιας δυσκολίας στην ανάγνωση του κειμένου, με μια μάλλον επιπόλαιη προσέγγιση.

      Μιας και το έργο του Φώκνερ, μόνο ως ένα σύνηθες μυθιστόρημα δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί. Καθώς, ίσως, ομοιάζει περισσότερο με ανάγνωση μιας τράπουλας Ταρό, αλλά από έναν δεξιοτέχνη του είδους.

       Καθώς οι ακατανόητες ζωές των ηρώων, που πάνε κι έρχονται, όσο η διήγηση προχωρά ακάθεκτα μπρος στα μάτια του αναγνώστη. Μα και σχεδόν αδιόρατα, λες και βρισκόμαστε πάνω σ’ ένα ιδιόμορφο ψυχολογικό καρουζέλ, που περιφέρεται χωρίς αρχή και τέλος ή χρονική σειρά. Αφού εικονικά φαίνεται να περιστρέφεται μες τη σκέψη του συγγραφέα, αλλά και τη δική μας. Όταν μάλιστα όλα δείχνουν χαμένα, ανάμεσα στον ανύπαρκτο και ανίκανο να σταθεί χρόνο -του χάους- στη ζωή των συγκεκριμένων ατόμων.

      Απορρίπτοντας συνεχώς όμως, ένα όντως αδιέξοδο παρόν, εστιασμένοι εμμονικά σ’ ένα καταστροφικό παρελθόν, που ακυρώνει συνεχόμενα το όποιο μέλλον.

      Ωστόσο, μ’ αυτόν τον περιγραφικό τρόπο, ο Φώκνερ, αναιρεί συνεχώς τα γεγονότα και την όποια φαινομενική σειρά της σκέψης μας. Αφήνοντας τελικά στον αναγνώστη, όχι μόνο την προσπάθεια συγκέντρωσης της ιστορίας και του νοήματος, αλλά και τη σύσταση της όποιας εσωτερικής αλήθειας των πρωταγωνιστών της.

      Καθώς, για τον συγγραφέα, όλα αυτά, δεν είναι παρά αυταπάτες που δημιουργούνται σχεδόν ακούσια, κάθε φορά που η επιθυμία επινοεί τα όποια ψεύτικα θέλω της.

      Εντούτοις, η δυσκολία να κατανοήσουμε την εξέλιξη  και λειτουργία της ιστορίας, αλλά και τον τρόπο ύπαρξης των ηρώων. Έγκειται μάλλον περισσότερο στη δική μας αδυναμία ν’ απαλλαγούμε από τις όποιες κοινωνικές αγκυλώσεις, που όλοι κουβαλάμε μέσα μας, και τις προσωπικές δυσκολίες.

     Όντας, βαθιά φυλακισμένοι οι ίδιοι… σε μια αδιέξοδη εσωτερικότητα!

      Έτσι, οι δυσλειτουργικές πράξεις των πρωταγωνιστών του βιβλίου, παρουσιάζονται εδώ ξεκάθαρα, ως αποσπασματικά ιδεατές, κάτι μάλλον ωσάν ονειρικός σουρεαλισμός.

     Εδώ άλλωστε, η καταγωγή του συγγραφέα από έναν άλλοτε ένδοξο, αλλά και τόσο παρακμασμένα ιστορικά, βίαιο αμερικανικό νότο. Δεν είναι μόνο χαρακτηριστική! Αλλά και εντελώς απαραίτητη για τη συγκρότηση ενός τέτοιου βιβλίου, που αποτυπώνει γλαφυρά την ασυνέχεια των σκέψεων εμπρός στην καταστροφή των ειδεχθών πράξεων που την προκαλούν.

               Υστερόγραφο

      Στο πραγματικά εξαίσιο αυτό βιβλίο, ο Φώκνερ  αναμειγνύει αριστουργηματικά πολλά είδη τέχνης με την αξεπέραστα ιδιότυπη γραφή του. Παραβιάζοντας ίσως τους όποιους συγγραφικούς κανόνες. Καθώς ανακατεύει τον χρόνο των γεγονότων, κατά το ρου των διηγήσεων, ταυτόχρονα με τις εικόνες που αποδίδονται με τα συναισθήματα των ηρώων του.

      Κι όλο αυτό… από κάποιον, που χωρίς σπουδές, μιας κι ο ίδιος δεν είχε καταφέρει να ολοκληρώσει ούτε το γυμνάσιο. Μας αποκάλυψε τόσο ακατανόητα ίσως, για όλους εμάς. Πως  το πραγματικό ταλέντο της παρατήρησης, δεν απαιτεί τίποτε άλλο παρά την ικανότητα για κατανόηση και αποδοχή.

      Αν και το ανωτέρω βιβλίο, είναι όντως αρκετά βαρύ.

              Εντούτοις, αποτολμήστε…!

                                                                   Ευ Δαίμων

Σπίτι… είναι η σκέψη μας!

               

      Το άτομο -άνθρωπος- όπως έχουμε ήδη σε προηγούμενο κείμενο αναφέρει σχετικά, έχει δυστυχώς σταματήσει από καιρό να σκέφτεται ελεύθερα -έστω και μόνο- για τον εαυτό του.

     Αντικαθιστώντας όμως έτσι τα άυλα χαρακτηριστικά  της ύπαρξής του, όπως είναι οι αρχές και οι ιδέες των αξιών, με υλικής υπόστασης αγαθά. Όπως οι κάθε λογής ιδιοκτησίες, ακίνητες ή κινητές, αντικείμενα δηλαδή πρακτικής χρήσης, προς δήθεν βελτιστοποίηση της ζωής και καθημερινότητάς του.

       Κι ενώ κάτι τέτοιο επιδιώκεται σχολαστικά και  συνεχώς, απαιτώντας όχι μόνο σωματική προσπάθεια και  τον χρόνο του ατόμου, αλλά και αδιέξοδα κοπιαστική σκέψη.

     Εντούτοις, το τελικό αποτέλεσμα της όποιας πνευματικής του κατάστασης, δεν αλλάζει. Αφήνοντας έτσι το άτομο βαθιά εγκλωβισμένο μέσα σ’ ένα προσωπικό κι αμετακίνητα νοσηρό ανικανοποίητο.

      Πράγμα για το οποίο… έχουμε επίσης κάνει σχετική αναφορά παλαιότερα!

     Προς τι λοιπόν συνεπάγεται όλη αυτή η σωματική κι αδιέξοδα πνευματική προσπάθεια. Όταν, σχεδόν πάντοτε,  καταλήγει αναφανδόν στο εσωτερικό συναίσθημα του κενού.

    Με το οποίο, αναπόφευκτα, συναντάται το άτομο κατά τις στιγμές της ατέλειωτης μοναξιάς του. Κι απ’ την οποία, πολύ δύσκολα καταφέρνει ν’ απομονωθεί, αποκαλύπτοντας έστω και πρόσκαιρα τον πραγματικό του εαυτό.

       Όταν μάλιστα επικοινωνεί ειλικρινά με το εγώ και τον εσωτερικό κόσμο, χωρίς προσχώματα ή άλλες εξωτερικές επιρροές. Κι όταν αποφασίζει, κάποια στιγμή, να βγάλει αυτή τη μάσκα, πίσω απ’ την οποία κρύβεται το βαρύ προσωπείο της κοινωνικής συμπεριφοράς και προσποίησης. Αντιμετωπίζοντας όμως τώρα ξεκάθαρα το πραγματικό εσωτερικό του εγώ. Στην προσπάθεια να επικοινωνήσει χωρίς ψέματα και θεατρινισμούς, μπροστά στον καθρέπτη της αποκάλυψης. Μα και της άμεσης επικοινωνίας με τα θέλω των αξιών, που προσπαθεί συνεχώς     με αγωνία να θάψει βαθιά μέσα του.

      Σ’ ένα ασφυκτικά γεμάτο, δύσοσμο και κορεσμένο ασυνείδητο.

     Έτσι τα κτήρια που τον περιβάλλουν, καθώς και τα κάθε λογής περιουσιακά στοιχεία, φαντάζουν κενά γράμματα χωρίς βαθύτερο νόημα, τυπωμένα με υγρή μελάνι που σβήνει συνεχώς κιτρινίζοντας την πραγματική εικόνα της ύπαρξής του. Καθώς το άτομο πρέπει ν’ ανατυπώνει, ξανά και ξανά, τα ίδια λόγια και πράξεις προς τους άλλους, αλλά και τον ίδιο. Στην απέλπιδα προσπάθεια να πείσει και να πειστεί, για την ορθότητα των λόγων και πράξεών του.

     Ενώ, αντίθετα, όλες εκείνες οι εσωτερικές φωνές της σκέψης -που συνάδουν αναλόγως- αν και τόσο φαινομενικά άκαιρες, φαντάζουν ως σκαλισμένες επάνω σε σκληρή κι αδιάβροχη πέτρα. Επιφάνεια, που όσο κι αν ο ίδιος την ποτίζει με ψευδείς εικόνες, προσποιητής και πρόσκαιρης ικανοποίησης. Ωσάν το γυαλόχαρτο που λειαίνει τα πάντα. Αδυνατεί να σβήσει όμως όσα έχουν γραφτεί, παρά τις όποιες απέλπιδες προσπάθειες.

     Μιας και η βαθύτερη κι αληθής σκέψη μας, αν και άυλη!          

    -Αυτήν δηλαδή που ονομάζεται ως ένστικτο ή αρχέτυπο.-

       Δεν διαγράφεται από κανένα φυσικό φαινόμενο, όπως συμβαίνει με τα διάφορα κτίσματα που διαλύονται στον χρόνο και τον καιρό. Παραμένοντας ανεξίτηλα χαραγμένη μέσα μας, μην εγκαταλείποντας ποτέ τον πραγματικό αγώνα για αυτοβελτίωση και προσωπικό μεγαλείο.

    Καθώς είναι καλά σμιλευμένη πάνω στην επιφάνεια μιας αιώνιας πέτρας, προσωπικού ίσως θυσιαστηρίου. Αυτού δηλαδή που ονομάζεται χαραχτήρας, και είναι από πάντα ταγμένη στις άυλες θεότητες των αξιών και ιδεών του πολιτισμού.

           Οι οποίες, αν τελικά επικρατήσουν κάποτε.

     Στα σίγουρα θα οδηγήσουν το σύνολο της ανθρωπότητας, σ’ ένα απίστευτα θαυμαστό μέλλον. Εκεί όπου ο νέος άνθρωπος -Explorer- ίσως συναντήσει μοιραία, και γιατί όχι τελικά… το τόσο μακρινά φανταστικό πεπρωμένο του.

         Σε αντίθετη ίσως περίπτωση… ω μη γένοιτο!

      Μάλλον το επόμενο νοήμων έμβιο είδος, μας εντοπίσει           -ανακαλύψει- θαμμένους κάτω απ’ τα χαλάσματα, συντρίμμια και μπάζα της γήινης ιστορίας. Πάντα όμως, ως απολιθώματα του παρελθόντος, πράγμα το οποίο γίνεται ακόμη και σήμερα.

     Καθώς, κάθε φορά που μέχρι τώρα το ξεχωριστό είδος          -άνθρωπος- είναι έτοιμο για το μεγάλο πνευματικό άλμα και ταξίδι!

      Η άλλη πλευρά ενός σκοτεινού εγώ, ωσάν ένα άλλο  φεγγάρι, και η οποία ονομάζεται ατομικότητα. Επιβάλλοντας την καταστροφική της δύναμη, επιστρέφοντας πάντοτε τον κόσμο σε μια νέα σχεδόν αρχή εκκίνησης. Παραπέμποντας ξανά τις όποιες ιδέες της πνευματικής προόδου και εξέλιξης, στις καλένδες μιας επαναλαμβανόμενης ιστορικής αποτυχίας.

Που τόσο αδόκιμα… ονομάζεται τεχνολογική πρόοδος!

    Ενός όμως κόσμου, ο οποίος οφείλει τελικά στον εαυτό  του να ζήσει κάποτε με στόχους, αρχές και άξιες, και όχι με ντουβάρια!

        Υστερόγραφο

       Ο συντάκτης του κειμένου, του οποίου τα βιβλία  στέκονται βουβά πάνω στα ράφια των βιβλιοπωλείων, ως  άλλα πνευματικά δημιουργήματα. Μιας κι ελάχιστοι έχουν αποτολμήσει να τ’ ανοίξουν, έστω ξεφυλλίζοντας. Καθώς ακόμα λιγότεροι είναι αυτοί που ένοιωσαν την ανάγκη να καταλάβουν κάτι απ’ όσα περιχέονται μέσα τους.

     – Και απέναντι εις τους οποίους είμαστε απόλυτα και για πάντα ευγνώμονες…!-

      Μας αποδίδει στο τελευταίο κεφάλαιο του Hobo, το πώς  ο ήρωας του βιβλίου, ωσάν ένας άλλος, νέος Ηρακλής! Διαμένει τελικά σ’ ένα σπίτι που αιωρείται πάνω απ’ τη γη, στο κενό του χάους, απέναντι σ’ ένα ψηλό βουνό. Ένα άυλο δηλαδή κτίσμα που υπάρχει και υφίσταται μοναδικά μέσα στη σκέψη και τη φαντασία του.

    Κι όλο αυτό, κατά τη διάρκεια ενός τόσο αποκαλυπτικά εσωτερικού ονείρου. Μιας και κανένας από εμάς… δεν είναι τίποτε άλλο, παρά ένας Hobo…!

     Που περιπλανιέται συνεχώς με τη σκέψη και μόνο, μέσα  στο χάος ενός απόλυτα εσωτερικού σύμπαντος κόσμου, και της δημιουργίας που τον περιβάλει.

     Όπως άλλωστε ο γνωστός αρχαίος μυθολογικός ήρωας,  απ’ τον οποίο, πήρε τ’ όνομα του ο Ηρακλής, ως ένας άστεγος!

        Καθώς στην πραγματικότητα, όπως κι εμείς, δεν χρησιμοποιούσε τίποτε άλλο για να στεγασθεί, παρά την ίδια τη σκέψη.

     Η οποία όμως, είναι όντως αρκετή για να μας περιθάλψει, θεραπεύοντας τις όποιες πνευματικές ασθένειες, που μια βαθιά άρρωστη κοινωνία γεννά και μεταδίδει συνεχώς γύρω μας.

     Μολύνοντας το νέο αίμα που έρχεται για να σώσει το   μέλλον της ανθρωπότητας, καθαρίζοντας και διαγράφοντας  το παλιό κι αρρωστημένο. 

                Υποσημείωση

      Εν κατακλείδι, ως άστεγος, θα μπορούσε να ορισθεί ο  μη σκεπτόμενος άνθρωπος. Κι ως εκ τούτου, συνεπώς, πλήρως εκτιθέμενος στις όποιες κοινωνικές συνθήκες. Πράγματα που επιβάλλονται χωρίς προσωπική επιλογή και ερήμην του.

    Έτσι, με ασφάλεια μπορούμε να πούμε, πως ένα υγιές εγώ δεν μπορεί να είναι ποτέ άστεγο. Μιας και η ώριμη σκέψη θα το στεγάζει πάντα μέσα της.

                                                          Ευ Δαίμων

Το Πόστο

Άντον Πάβλοβιτς Τσέχοφ-

     

Η γνώση δεν έχει καμία αξία, εκτός αν την εφαρμόσεις κάπου.

                                                         Ο γιατρός Α. Τσέχωφ

     Η σκουριά τρώει το σίδερο… αλλά η ψευτιά την ψυχή!

                                                      Ο συγγραφέας Α. Τσέχωφ 

       Με τον Τσέχωφ, ολοκληρώνεται, προς ώρας, η ενασχόλησή μας με τους Ρώσους συγγράφεις και ποιητές.

      Κλείνοντας έτσι ένα μικρό, πρώτο κύκλο, ο οποίος μόνον επαρκής ή ολοκληρωμένος δεν θα μπορούσε ποτέ να χαρακτηριστεί. Αφήνοντας, στο χρόνο και τη διάθεση όλων, το δικαίωμα να επανέλθουμε σε κάτι ανάλογο. Και αφετέρου, για να μην μονοπωλείται τόσο επίμονα, με ιδιαίτερες προτιμήσεις, το όποιο ενδιαφέρον των αναγνωστών.

       Οψόμεθα λοιπόν να επανακάμψουμε, αρκετά αργότερα,  δια τους υπολοίπους. Μην αφήνοντάς τους εγκαταλελειμμένους και εμάς έκθετους.

        Στα σίγουρα όμως… όχι για όλους!

    Καθώς, μια τέτοια προσπάθεια… θα απαιτούσε τόσο  πολύ χρόνο -που δεν υπάρχει- και κόπο, που δεν δυνάμεθα να βρούμε.

     Μολαταύτα, ο Ρώσος θεατρικός συγγραφέας, που έμαθε τα πρώτα του γράμματα σ’ ένα ελληνικό σχολείο.

           -Τυχαίο…;-

     Είναι ίσως ο μοναδικός, πολύ εύκολα, που θα μπορούσε  να έχει γεννηθεί και γράψει σε οποιαδήποτε άλλη ήπειρο, προ του μεσοπολέμου, βόρεια ή νότια, ανατολική ή και δυτική. Αν κι ο ίδιος, ταξίδεψε παλαιότερα σε ευρωπαϊκές χώρες, κυρίως όμως στη Γαλλία.

       Μιας και η μαγευτική απόδοση των διαλόγων και η περιγραφική εικόνα των τόπων και των χαραχτήρων, ταιριάζουν απόλυτα σε εποχές όπου όλες οι σύγχρονες κοινωνίες έχουν ζήσει κάποτε. Και από τις οποίες, έχουν τόσο απροσδόκητα προέλθει, αν και τίποτα ίσως δεν προμηνύει κάτι τέτοιο.

       Έτσι, ο μεγαλύτερος σίγουρα θεατρικός συγγραφέας,           -παγκοσμίως!- πρόλαβε, σε μόλις ενός τετάρτου αιώνα, να μας προσφέρει μια πληθώρα έργων του. Όχι μόνο ποσοτικά, μα και απαράμιλλα ποιοτικά επίσης.

      Αφού, όπως είναι ευρύτερα κι αποδεκτά γνωστό, είναι  ο άνθρωπος που κατέκτησε δικαιωματικά, εδώ και χρόνια, την κορυφή του σύγχρονου θεάτρου. Καθώς αυτή είναι η άποψη των απανταχού θεατρόφιλων της γης.

      Και ίσως, χωρίς καμία υπερβολή, ο μοναδικά αντάξιος  συνεχιστής του αρχαίου δράματος, και της αναγεννησιακής επανόδου της τέχνης, από τους γνωστούς δραματουργούς του δυτικοευρωπαϊκού πνεύματος. Με τους οποίους, επίσης, χωρίς άλλη δυνατότητα, ευελπιστούμε ν’ ασχοληθούμε κάποτε.

     Εντούτοις όμως, στο παρόν κείμενο δεν θ’ ασχοληθούμε    αποκλειστικά με τον δραματουργό Τσέχοφ. Μα περισσότερο, και ίσως καλύτερα, με το διηγηματογράφο και συγγραφέα. Μιας και η πληθώρα της δημιουργικής συγγραφικής του φύσης, μας παρέδωσε έναν ατέλειωτο αριθμό διηγημάτων. Αθάνατα δηλαδή έργα, όπου σαν άλλοι πολύτιμοι λίθοι, αστράφτουν ακόμη και σήμερα πάνω στο βαρύ στέμμα της παγκόσμιας λογοτεχνίας.

     Προσπαθώντας, ίσως, να μας κάνουν ν’ αναγνωρίζουμε, πάνω απ’ όλα, την πραγματική αξία των λόγων στην τέχνη και τη ζωή.

     Όσο δηλαδή οι άνθρωποι θα συνεχίζουν να διαβάζουν και να μορφώνονται, έστω κοινωνικά, μπας και ξεστραβωθούμε όλοι μαζί κάποτε…!

      Ωστόσο, η ενασχόλησή μας με τα μικρά το δέμας, μα μεγάλα σε αξία αριστουργήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας, τα οποία και ανήκουν δικαιωματικά σ’ αυτόν. Στα σίγουρα θ’ ανοίξει διάπλατα τις πόρτες της νόησης, μα και της κατανόησης της ανθρώπινης σκέψης και λειτουργίας των κοινωνιών. Αυτών που ο σύγχρονος άνθρωπος έφτιαξε στα μέτρα του, όχι μόνον από ένστικτο, αλλά κι από ανάγκη.

      Ανάμεσα λοιπόν στα διαμάντια, λογοτεχνικά κείμενα,  ο αναγνώστης ανακαλύπτει όλο τον πλούτο της ανθρώπινης μικρότητας και κυρίως συμπεριφοράς, που προσαρμόζεται ή και όχι, ανάλογα κάθε φορά, όταν οι κοινωνικές συνθήκες το απαιτούν ή το επιβάλουν.

      Έτσι, το κοινωνικό άτομο -άνθρωπος- τελικά ενδίδει κι αυτός με τις πράξεις του, σ’ ότι κοινά αποδεκτό. Κι ανάλογα με τις πρακτικές επιβίωσης που του επιβάλλονται, τις περισσότερες φορές, χωρίς καν τη συναίνεση της προσωπικής του βούλησης.

      Πάντοτε όμως με κριτήριο την αποδοχή των άλλων,  ακόμα και με την απόρριψη των δικών του θέλω. Εικονικές βέβαια κοινωνικές προσταγές, που πέφτουν πάνω στους ώμους ενός κοινωνικά αποδεκτού μέλους, ως μέγιστο βάρος, αντίτιμο και πληρωμή για τον ίδιο. Θέλοντας να γίνει, όχι απλά αποδεκτή η όποια κοινωνική παρουσία του. Αλλά και να επικροτούνται ταυτόχρονα, απ’ όλους, οι όποιες πράξεις και ενέργειές του.

      Το σύνολο δηλαδή της προσποιητής εικόνας της ύπαρξής του.  

      Με αυτά λοιπόν τα διηγήματα, για τα οποία, ούκ έστιν αριθμός! Ο Τσέχωφ, μας αποδίδει ξεκάθαρα και γλαφυρά τους τρόπους σκέψεις και λειτουργίας, μιας κοινωνικής ομάδας ή οικονομικής τάξης. Μα και το σύνολο των ενεργειών, όλων των υπολοίπων, από τις πιο φτωχικές κοινωνικές τάξεις, που ζουν στις παρυφές της ζωής, έως αυτές που κρατούν με τις αποφάσεις τους, δίκαιες ή άδικες, λογικές ή παράλογες. Στα χέρια τους τις τύχες των λαών και των ανθρώπων, απανταχού στον πλανήτη.

      Κι όλα αυτά… ενώ έχουν παρέλθει μόλις εκατόν είκοσι   έτη. Από τη στιγμή δηλαδή που η γραφίδα του Άντον Τσέχωφ, καταχωρούσε για πάντα στη σκέψη μας, τόσο έντονα, τις πολύτιμες αυτές πληροφορίες!

      Εντούτοις, ρίχνοντας απλώς μία ειλικρινή μάτια γύρω  και μέσα μας. Εύκολα θα διαπιστώσουμε πως τίποτα δεν έχει αλλάξει από τότε στην ανθρώπινη συμπεριφορά. Καθώς τίποτα δεν προέκυπτε πως θα αλλάξει, από απαρχής κόσμου.

        Του δικού μας… πάντοτε κόσμου!

     Μιας και η αναγκαιότητα, είναι το μοναδικό εφόδιο που  δίνει η φύση στα μέλη της, στην προσπάθεια να τα εξοπλίσει κατάλληλα.

      Κι έτσι, όπως μας εξηγεί ο συγγραφέας, σ’ ένα απ’ τα θεατρικά του διηγήματα, -το Πόστο- εκεί όπου ένας ανώτατος υπάλληλος δέχεται αφόρητες πιέσεις από παντού.

     Καθώς καλοί φίλοι, γνωστοί, οικογένεια, ακόμα και ο παντοδύναμος κυβερνήτης της πολιτείας, άμεσος πολιτικός προϊστάμενος όλων, κι ανώτατος άρχοντας που προβαίνει σ’  έναν ευγενικό μεν εκβιασμό, με μία και μόνο επιστολή. Μην τολμώντας ίσως να επιβάλει αυτή την παράλογη επιθυμία του κατά πρόσωπο, για τον ίδιο ακριβώς λόγο. Θέλοντας να επιτύχει το διορισμό ενός γλοιώδους λιμοκοντόρου -τα λόγια είναι του ίδιου του συγγραφέα- σε μία ανώτερη θέση του δημοσίου. Την  οποία όμως αντικειμενικά δεν άξιζε και δεν τη χρειαζόταν, παρά μόνο ως κοινωνική καταξίωση.

     Κι όλα αυτά… σε βάρος ενός άλλου, άξιου μα δύστυχου υπαλλήλου, φυσικού μάλλον διαδόχου αυτής της χηρεύουσας θέσης. Ενός ανθρώπου που είχε κυριολεκτικά ξοδέψει όλη του τη ζωή, υπηρετώντας πιστά μιαν άπιστη υπηρεσία και κοινωνία.

     Ένα συνονθύλευμα δηλαδή παράσιτων, που αποτελείται πάντα από πλήρως ανέντιμα κι ανήθικα άτομα, ωσάν μία άπιστη κι ανεπίσημη ερωμένη.

       Έτσι, εντελώς αναίσχυντα, όλοι μαζί, τον αναγκάζουν  να υποκύψει στις επιθυμίες των άλλων, μη μπορώντας ίσως  να κάνει κι αλλιώς. Εξυπηρετώντας όμως τελικά τη διαφθορά και την αναξιοκρατία, που τόσο θεατρικά ο ίδιος δηλώνει πως απεχθάνεται.

        Κι όλο αυτό…!

    Απλά για να είναι αποδεκτός, κι όχι ως ο μόνος χρήσιμος, έντιμος και ηθικός ανάμεσα στους άλλους. Οι οποίοι ταΐζουν συνεχώς την αδικία, συντηρώντας μια διεφθαρμένη κοινωνία που είναι βυθισμένη ολόκληρη στο ψέμα και τη ξεδιαντροπιά.

         Που και ο ίδιος όμως… στηρίζει με την ανοχή του.

      Κι ενώ όλοι οι άλλοι, είναι σχεδόν πνευματικά νεκροί!    

      Αυτός είναι κάτι ακόμη χειρότερο…! Καθώς είναι ένας ηθικά νεκροζώντανος, που συνεχίζει όμως να ζει ανάμεσά τους.

    Έτσι, αντί για την αλήθεια, υπηρετεί κι αυτός το ψέμα,  όντας όμοιος με τους υπολοίπους, κι ας μην το αποδέχεται!

       Υστερόγραφο

      Μετά το σύντομο αυτό ξεκίνημα, ωσάν ένα άλλο προσκύνημα στη Μέκκα της λογοτεχνίας, απ’ όπου εντελώς απαραίτητα, πλην κάποιων ελαχίστων εξαιρέσεων, επιβάλλετο   να γίνει η αρχή.

     Ωστόσο, ως επόμενο ριψοκίνδυνο βήμα, λέμε τώρα πια  να διασχίσουμε έναν ωκεανό, κάνοντας ίσως ένα άλλο μικρό αφιέρωμα στους αρκετά διαφορετικούς, πέραν του ατλαντικού, Αμερικανούς λογοτέχνες.

       Μικρό όμως κι αυτό… και σύντομο!

      Στην ανιδιοτελή προσπάθεια πάντα, να κεντρίσουμε εκ   νέου το ενδιαφέρον των απανταχού αναγνωστών, της ανωτέρω ιστοσελίδας, -Ευδαιμονία- για την πρακτική φιλοσοφία και την λογοτεχνία, χωρίς όμως να κουράσουμε πολύ.

             Οψόμεθα λοιπόν…!

                                                             Ευ Δαίμων

      Το νόημα της ζωής

                           

                                      -Ασκητική-

 “Ερχόμαστε από μια σκοτεινή άβυσσο, καταλήγουμε σε μια σκοτεινή άβυσσο, το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε ζωή.”

                                                 Νίκος Καζαντζάκης

     Σ’ έναν ορατά πραγματικό, με κάθε αισθητήριο όργανο ή επιστημονικό μέσο κόσμο, μιας και δεν γνωρίζουμε πόσοι άλλοι υπάρχουν ακόμη! Το ν’ αναρωτηθούμε για το πότε και το πως της δημιουργίας και του τέλους της, εάν προτιμάτε!

       Αν και ποσώς μας ενδιαφέρει κάτι τέτοιο…!

      Φαντάζει ως ένα ρητορικό σχήμα, όντας ταυτόχρονα   χαμένο μέσα στην έννοια του ατελεύτητου χρόνου και χώρου,   κι ως ένας παραλογισμός, χωρίς κανένα απολύτως νόημα.

    Εντούτοις, η ζωή, όπως τη ξέρουμε ή αντιλαμβανόμαστε, δεν αποτελεί παρά το αναπόσπαστο μέρος της σκέψης και συν αντίληψής μας. Αφού χωρίς τον παρατηρήσιμο αυτόν κόσμο μας, δεν θα ήταν νοητό ως γεγονός κάτι τέτοιο. Ενώ η αίσθηση της όποιας πραγματικότητας, θα γινόταν αμέσως αντιληπτή ως μία φευγαλέα αυταπάτη στο σύνολό της.

       Ωστόσο, η αιτία της δημιουργίας που αναζητείται συνεχώς απ’ όλα τα ειδή των επιστημών, κι όχι μόνον!

     Είναι κάτι που θα μας προβληματίζει πάντοτε, όσο και το τέλος αυτής, το οποίο και ονομάζουμε, εντελώς αδόκιμα, ως την εσχατολογική κατάληξη όλων.

      Όμως, όσο κι αν προσπαθούμε για το αντίθετο, κι αυτή η παρατήρηση φαντάζει ως μη λογική.    

    Μιας και το χάος του σύμπαντος, εντελώς αυταπόδεικτα, μάλλον αδιαφορεί για τ’ ανωτέρω συμβάντα. -Δημιουργία, ζωή,  καταστροφή- Θεωρώντας τα ίσως ως δεδομένα.

       Καθώς όλα μαζί συνδέονται και συμπληρώνονται, εναλλασσόμενα συνεχώς το ένα το άλλο. Δίνοντας την εικόνα της αλληλεξάρτησης, ως μία εντελώς απαραίτητη συνθήκη ύπαρξης.

      Έτσι, κάθε τυχαίο γεγονός που λαμβάνει συνεχώς πραγματικές διαστάσεις εμπρός στα μάτια μας, είναι το αποτέλεσμα του χάους, μέσα κι έξω από εμάς. Είτε αυτό  βιώνεται ως κάτι καλό, αρεστό. Είτε γίνεται αντιληπτό ως το αντίθετο, δηλαδή κακό και καταστροφή.

      Καθώς, όλο αυτό… είναι τελικά η απαραίτητη προϋπόθεση λειτουργίας της ύπαρξης.

       Συνεπώς, το να αγωνιά και ν’ αναρωτιέται κανείς, αναζητώντας απαντήσεις για το νόημα και την έννοια της ζωής, θα είναι πάντα κάτι αδιέξοδα λάθος, εξ υπαρχής.

      Μιας κι όλες οι φιλοσοφικές αναζητήσεις, μέχρι σήμερα, μας έχουν οδηγήσει σαφώς στην αναπόφευκτη διαπίστωση, πως ο κόσμος, -παρατηρήσιμος ή μη- δεν είναι παρά μία αυταπάτη που γεννά την αδιέξοδη ερώτηση, στο εάν η ζωή έχει κάποιο νόημα.

          Γι’ αυτό… όπως και να ‘χει!

     Κάθε φορά που αναλογιζόμαστε το παρελθόν, κι όσα εικονικά πιστεύουμε πως έχουμε ζήσει. Απλώς αναζητούμε ξένα πλέον προς εμάς δεδομένα, τα οποία δεν υφίστανται ως ζωντανές εμπειρίες, αλλά μάλλον, μόνο ως αποτυπώσεις πλαστών ή και ιδεατών εικόνων μέσα μας.

      Όπως ακριβώς και οι παλιές ξεθωριασμένες χάρτινες φωτογραφίες, που όμως δεν αποδεικνύουν καν τη γνησιότητα της στιγμής.

       Στοιχεία που γεννά η σκέψη από μόνη της. Ενώ ταυτόχρονα, το παρόν ξεγλιστρά μπροστά μας ωσάν τον αέρα που προσπερνά τόσο φευγαλέα την παρουσία. Καταλήγοντας τελικά μόνο σ’ ένα αβέβαιο μέλλον, που όμως δεν έχει συμβεί ακόμα και που θα μείνει για πάντα ανεπιβεβαίωτο, ως κάτι άγνωστο, μα και παντελώς ιδανικά ουτοπικό.

      Έτσι, η ανυπαρξία κάποιας σαφούς πραγματικότητας, πάντα θα αναιρεί συνολικά την ανάγκη νοήματος, αυτού που προσπαθεί άδικα η σκέψη του ατόμου να δώσει στη ζωή, τόσο αποτυχημένα. Αφού μια τέτοια προσπάθεια πέφτει συνεχώς στο κενό του χάους, απ’ το οποίο είναι τελικά φτιαγμένος ο παρατηρήσιμος κόσμος μας.

     Ένας κόσμος ο οποίος αποκαλύπτεται ως αποτέλεσμα τυχαίων συμβάντων και σχεδόν σατανικών συμπτώσεων, παρά από κάποια αγαθή μέριμνα. Έτσι το τυχαίο γεγονός, είναι αυτό που μας δημιουργεί ως συνειδητότητα και που συνεχίζει να κάνει τα πάντα να κινούνται γύρω μας. Έστω και εικονικά.

     Καθώς, όλο αυτό, ωσάν άλλο οπτικό φαινόμενο, -fata   morgana-  οφείλονται όλα όσα η σκέψη δημιουργεί, παρατηρεί, ψευδώς αντιλαμβάνεται και θεωρεί πως καταλαβαίνει.

       Πράγματα δηλαδή που υπάρχουν μόνο ως λειτουργίες της σκέψης. Μιας και χωρίς την παρουσία της ή την ικανότητα να δημιουργεί αυτόματα η ίδια, ό,τι γίνεται αντιληπτό. Τίποτε δεν θα ήταν παρατηρήσιμο, κι ως εκ τούτου, μη υπαρκτό.

      Εξειδικεύοντας όμως σχετικά τη συζήτηση, πρέπει να δεχθούμε αξιωματικά πως ό,τι δημιουργείται, πάντα από κάτι άλλο, όπως κι εμείς. Δεν έχει κανέναν άλλον προορισμό, παρά την παράδοση κάποια στιγμή της ύπαρξή του, μεταβάλλοντας ίσως τη μορφή του σε κάτι διαφορετικό.

      Βιώνοντας όμως έτσι, αναπόφευκτα, την κατάληξη της δημιουργίας, που δεν είναι τίποτε άλλο παρά η καταστροφή!

       Κι όλο αυτό… προς χάριν και ολοκλήρωση μιας ατελεύτητης συνέχειας, παγιδευμένης σ’ έναν αέναο κύκλο, όπου εναλλάσσονται οι δυο αυτές δυνάμεις του κόσμου.

      Μιας και το κάθε τέλος, είναι απλώς μία και μόνο επαναλαμβανόμενη στιγμή, που δίνει συνεχόμενα τη σκυτάλη στην επόμενη δημιουργία. Όπου με τη γέννησή της και μόνο, οριοθετεί χρονικά και το επόμενο τέλος, ξανά και ξανά.

       Έτσι, αυτό το γαϊτανάκι της ύπαρξης, ομοιάζει απόλυτα με την έννοια του καλού και του κακού, ως δυο εναρμονισμένες συνθήκες του ίδιου εαυτού. Μιας και η προϋπόθεση ύπαρξης του ενός, απαρέγκλιτα δομεί και την παρουσία του άλλου.

      Συνεπώς, χωρίς τις απόλυτες έννοιες της αρχής και του τέλους, που μόνο ως ιδεατές παρουσίες μπορούν να γίνουν αντιληπτές. Η εικόνα της ζωής, έκτος από φευγαλέα, μόνο χαοτικά ανεξήγητη θα μπορούσε να χαρακτηριστεί.

    Μιας και για κάτι τέτοιο… η ανάγκη νοήματος δεν είναι  απλά μη λογική, αλλά ταυτόχρονα και παντελώς παράλογη!

      Έτσι, το βαθύτερο νόημα της ζωής, δεν είναι παρά μια εσωτερική και μόνον ανάγκη.

            Υστερόγραφο

          Καθώς η ζωή δεν έχει χρεία νοήματος, αφού, όσο   σημαντική ή ασήμαντη κι αν δείχνει, απλά και μόνο υπάρχει.

       Και μια τέτοια συνθήκη ύπαρξης, θα είναι πάντοτε αρκούντως ικανή για να την απολαύσουμε!

                                                      Ευ Δαίμων

Οι φτωχοί

Φιόντορ Μιχάιλοβιτς Ντοστογιέφσκι

        

         Ο πατέρας, κατά κοινή ομολογία, της αναλυτικής περιγραφής της ανθρώπινης ψυχολογίας, μες απ’ τα βιβλία του, διηγήματα και μυθιστορήματα -επιστημονικά μάλλον δοκίμια και εγχειρίδια!- που αφειδώς μας προσέφερε. Μας έδωσε απλόχερα τη δυνατότητα, μελετώντας τον πάλι, να εμβαθύνουμε τόσο πολύ μέσα μας, όσο κανένας άλλος. Έτσι, ο μόνιμος από πάντα συγκάτοικος του Φράντς Κάφκα, στην κορυφή του Ολύμπου της λογοτεχνίας! Εκεί όπου μόνο οι αθάνατοι της ποίησης και της πεζογραφίας έχουν καταφέρει φτάσουν, ανηφορίζοντας το δύσβατο και μοναχικό αυτόν δρόμο. Μας προσέφερε την ευτυχία και τη χαρά να τον διαβάζουμε, ξανά και ξανά, μέχρι και σήμερα.

    Ωστόσο, μιας κι έχει προηγηθεί όλων των άλλων… σ’ αυτό    το τόσο δύσκολο είδος γραφής, δικαιολογημένα θεωρείται ως ο τρισμέγιστος συγγραφέας και λογοτέχνης, παγκοσμίως!

     Παρόλα αυτά όμως, επιλέγοντας το βιβλίο αυτό, ίσως γιατί θέλουμε να υποδείξουμε κάτι αυταπόδεικτο. Αν κι είναι ένα απ’ τα λιγότερο αναγνώσιμα του Ντοστογιέφσκι, λες και υφίσταται κάτι τέτοιο, για όλα τ’ αριστουργήματα που μας παρέδωσε.

      Εντούτοις, αυτό το ιδιαίτερο πόνημα δεν υστερεί ούτε κατ’ ελάχιστο σε περιγραφικότητα και ξεκάθαρη απόδοση του τρόπου της σκέψης του.

      Αλλά και της ομορφιάς των συναισθημάτων, μα και της άποψης για τον κόσμο και τους ανθρώπους που τον αποτελούν.

        Ειδικότερα… λίγα λόγια για το βιβλίο.

      Μέσα σε πενήντα τέσσερις επιστολές, ο συγγραφέας  μας περιγράφει τον ανολοκλήρωτο έρωτα δυο νέων. Οι οποίοι ζουν, από κάποια απόσταση, σε μια δυστοπική κοινωνία, όπου δεν επιτρέπει -σχεδόν δογματικά- στην ευτυχία να συναντηθεί έστω και λίγο, μαζί τους.

        Έτσι, το υπέροχο αυτό γραπτό, ένα ακόμη απ’ τα  πολλά, με απαράμιλλο τρόπο μας αποκαλύπτει το πως ο ανικανοποίητος έρωτας! Δεν είναι απλά κάτι που δεν μπορεί  να σβήσει, αλλά το μοναδικό πράγμα που ζει μέσα μας για πάντα. Ωσάν κάτι τόσο αδιάβλητα αναλλοίωτο.

     Μιας κι όσοι είχαν κάποτε την ατυχία να βιώσουν κάτι τέτοιο… στα σίγουρα το κουβαλούν ακόμη βαθιά μέσα τους!

        Καθώς η υπαρξιστική λογοτεχνία, όπως αυτή θα εκφράζεται πάντα μες απ’ το ρεύμα και τη σχολή γραφής  του ρεαλισμού, που με τόση πίστη κι αφοσίωση υπηρέτησε   ο συγγραφέας, αμφιταλαντευόμενος ανάμεσα σ’ ένα Θεϊκό και σ’ έναν αθεϊστικό υπαρξισμό. Είναι αυτή που μας έχει δώσει τ’ αριστουργήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας, φιλοσοφίας και διανόησης. Καθώς, ίσως είναι, η μοναδική ενασχόληση που  θα μπορούσε να συγκινήσει ένα άτομο καθόλα επιρρεπή σε ανθυγιεινές απολαύσεις και καταστροφικές συνήθειες.

     “Πράγμα, το οποίο… απερίφραστα και χωρίς καμία  αναστολή, μπορεί να σας επιβεβαιώσει και ο υπογράφων!’

       Εμπνέοντας όμως, κάπως έτσι, όσους σύγχρονους ακολούθησαν, όπως ο Έρμαν Έσσε ή ο Τζον Στάινμπεκ, αλλά και άλλοι, για τους οποίους ελπίζω να μας δοθεί η ευκαιρία  να μιλήσουμε λίγο αργότερα.

      Καθώς ο ίδιος, σ’ ό,τι πολύτιμα ιδιαίτερο κι ανεκτίμητα σπουδαίο μας κληροδότησε, δεν φοβήθηκε να μας αποκαλύψει την αλήθεια της ζωής.

   Αφού κατάφερε ν’ αποδώσει με ύφος που δεν αντιγράφεται, -όσο κανένας άλλος- την πραγματική φύση των ανθρώπων, όσο ζοφερή κι αν είναι!

        Μιας κι όπως καταδεικνύει συνεχώς με τα έργα του,  αλλά και με τη ζωή του, ο μεγαλύτερος Ρώσος συγγραφέας. Το ελάχιστο και λιγοστό, ποτέ δεν είναι ασήμαντο.

             Υστερόγραφο

         Ζητώντας εκ των προτέρων συγνώμη για τα πολλά θαυμαστικά!

     Απ’ την αρχή του κειμένου, δεν σας κρύβω πόσο προβληματίστηκα για το πως εγώ, ένας πνευματικός νάνος…    θα μπορούσα να γράψω, έστω και μία λέξη για έναν τέτοιο γίγαντα!

      Αφού μόνο ως βλασφημία και ύβρης θα μπορούσε, εντελώς αντικειμενικά, να φανεί κάτι τέτοιο. Παρόλα αυτά όμως, το αποτόλμησα, θέλοντας όχι μόνο να δοκιμαστώ, μα  και να πράξω το δικό μου προσκύνημα. Εντούτοις, ό,τι κι αν έχω ήδη γράψει, τα λόγια θα είναι πάντοτε λίγα για κάτι τόσο πολύτιμο λογοτεχνικά, που ξεπερνά κάθε ανθρώπινη σκέψη.

        Γι’ αυτό… ανεχθείτε με! 

                                                        Ευ Δαίμων

Από την Μήδεια του Ευριπίδη, έως τη Φόνισσα του Παπαδιαμάντη.

-Την Κλυταιμνήστρα βάλτε τον Αγαμέμνονα να σκοτώσει,
πριν αυτός για Τροίες ξεκινήσει και μας προδώσει.-

     “Το ακροτελεύτιο αυτό δίστιχο, απ’ το ποίημα του  Ευ Δαίμων, – Πολεμοκάπηλοι- περιέχεται στην ποιητική συλλογή Μήνιδες.”

       Η Μήδεια του Ευριπίδη, είναι η τραγωδία -ποίημα- του οποίου η απαγγελία έγινε για πρώτη φορά το 431π.χ στο αρχαίο θέατρο του Διονύσου, κάτω απ’ τον ιερό βράχο της Ακροπόλεως.

      Ενώ η Φόνισσα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, είναι το γραπτό αριστούργημα του ιερότερου μέλους των ελληνικών γραμμάτων, μόλις τον περασμένο αιώνα.

       Τούτου δοθέντος…!

     Θα μπορούσαμε να πούμε, χωρίς ίχνος υπερβολής, πως τα δυο αυτά έργα αντιπροσωπεύουν την εικόνα του τόπου μας, ως σημασιολογική οντότητα και ύπαρξη, κοινωνιολογικά και ιστορικά, όσο τίποτε άλλο!

       Δεν είναι συνεπώς τυχαίο… πως έχουν γραφτεί από Έλληνες!

       Εντούτοις, μεσολαβώντας εικοσιπέντε ολόκληροι αιώνες, τίποτα δεν μπόρεσε ν’ αφαιρέσει ο χρόνος από την ακτινοβόλα λάμψη τους. Όπου κατά τη διάρκεια, τραγικά οι γυναικείες παρουσίες, έζησαν αδιόρατα ανάμεσά μας, ωσάν μια κραυγή στη σιωπή, που δεν είναι τίποτε άλλο, παρά η σκληρή αποτύπωση μιας ασυνείδητης απόγνωσης και μοναξιάς.

       Αυτές λοιπόν οι γυναίκες προσπαθούν ακόμα και σήμερα να τιμωρήσουν μιαν άδικη μοίρα, διαγράφοντας τα πάντα γύρω τους, ως να μην υπήρξαν ποτέ. Και χωρίς καν η δακρύβρεχτη πένα των ποιητών, ρομαντικών ή όχι, να μπορέσει να τις αγγίζει, έστω κατ’ ελάχιστον.

      Έτσι μνημονεύονται, όλες μαζί, παράλληλα με τις δημιουργίες της παγκόσμιας λογοτεχνίας, αλλά και σε άλλα, πολλά, αθάνατα έργα της τέχνης.

       Τον κύκλο ξεκινά η Μήδεια, ενώ η Φραγκογιαννού, προσπαθεί με τη σειρά της να τον ολοκληρώσει, επιδιώκοντας ξανά για λογαριασμό όλων των γυναικών, τη δικαίωση της αδελφής της, στην ιστορία του αίματος.

      Ωστόσο, εδώ, σ’ αυτό το σημείο, δεν επιτρέπεται να πάρουμε τη βολική άποψη ενός ή περισσοτέρων, από τους σύγχρονους -άνδρες- φιλόσοφους των τελευταίων δεκαετιών.

      Καθώς, σ’ ότι αφορά το δεύτερο φύλλο, -Simone de   Beauvoir- κι ενός μάλλον ουτοπικά υπαρξιακού φεμινισμού.

Θα βόλευε ίσως πολλούς η εξαγωγή εύκολων συμπερασμάτων, εφησυχάζοντας επιφανειακά μία ταραγμένη κοινωνική συνείδηση. Μιας και δεν θα οικονομούσε καμία βαθύτερη γνώση, αλλά και δεν μας ικανοποιεί κιόλας.

      Καθώς δεν είναι τίποτε άλλο, παρά το απαύγασμα μιας νωθρής σκέψης σκοταδισμού. Που σχηματίστηκε, από πριν και μάλλον παράδοξα, σε μια κοινωνία που πολύ περισσότερο βίαιη είναι, και λιγότερο λογική.

       Κι αν όντως ισχύει κάτι τέτοιο… τότε εύκολα εξηγείται αυτή η συνεχόμενη εμμονή στις τραγωδίες!

        Η οποία διατηρείται ζωντανή, περισσότερο από τριάντα αιώνες τώρα. Αφού, κάπως έτσι, θα μπορούσε να δικαιολογηθεί και η εμμονή προς την τέχνη, κάθε μορφής, από την Μήδεια μέχρι και τις σύγχρονες φόνισσες. Οι οποίες, αν και τραγικά πρόσωπα μυθικών ιστοριών, ζουν ακόμα ανάμεσα μας ωσάν άλλες Κασσάνδρες, κόρες μιας άλλης Εκάβης.

     Ωσάν τις Ερινύες, που τόσο έντονα και επίμονα μας προσκαλούν ν’ αναρωτηθούμε μήπως και τίποτα δεν έχει αλλάξει. Βιώνοντας έτσι κι εμείς, το ίδιο νουκλεϊκό οξύ που γέννησε αρχικά τον κόσμο μας, κάνοντάς τον να σταθεί όρθιος στα πόδια του, κοιτώντας συνεχώς προς τ’ άστρα.

      Και που συνεχίζει να θρέφει, με το αθάνατο κύτταρο της ελπίδας κατά τον κύκλο της δημιουργίας και τη πρόσκαιρης καταστροφής, τη ζωή.

       Όμως, αφήνοντας, έστω για λίγο, τις όποιες βαθιά  φιλοσοφικές αναζητήσεις, ας επικεντρωθούμε με συνέπεια  στο θέμα αυτού του κειμένου, που δεν είναι τίποτε άλλο, παρά η εικόνα της γυναικείας παρουσίας. Αυτού του Θεϊκού πλάσματος της δημιουργίας, μπροστά στην όποια πρώτη και αποτυχημένη απόπειρα της ύπαρξης, που ακούει στο όνομα Αδάμ.

     Ας αναφερθούμε λοιπόν ιστορικά, και με συναίσθημα,  στην εικόνα, την πορεία, την έννοια και τελικά στην εντελώς απαραίτητη παρουσία της για τη ζωή. 

           Μιας και χωρίς αυτήν… ζωή δεν υπάρχει!

      Έτσι, η απορία που γεννάται αυθόρμητα μέσα μας,  είναι το τί κάνει αυτό το υπέροχο πλάσμα της δημιουργίας  τόσο δυνατό; Μιας κι η ιστορία της ανθρωπότητας διδάσκει  με γεγονότα, την απαράμιλλη αντοχή και ψυχική δύναμή της.

       Καθώς οι γυναίκες, όλες μαζί και η κάθε μία ξέχωρα,  είναι η πύλη και η πηγή της δημιουργίας. Και ίσως, η μόνες που δύνανται να καταστρέφουν, ταυτόχρονα, ό,τι τις προσδιορίζει ως παρουσία.

     Πράττοντας δε, με πλήρη επίγνωση της τραγικότητας  των πράξεων τους. Ρίχνοντας τα δημιουργήματά τους σ’ έναν συναισθηματικό καιάδα, με απόλυτη όμως συναίσθηση της πράξης τους.

      Αποδίδοντας, με απροκάλυπτη ειλικρίνεια, την όποια παράλογη απόφαση να τ’ απαλλάξει από μιαν άδικη μοίρα που μας εκθέτει γυμνούς μπροστά στις όποιες αδυναμίες μας.

     Καθώς αδυνατούμε ν’ ανταποκριθούμε στο κάλεσμα, απαλλάσσοντάς τες, κάποτε, από τη βαριά ευθύνη της ύπαρξης, στο σύνολο της.

      Διασώζοντας ταυτόχρονα τις όποιες δικαιολογίες των υπολοίπων, δηλαδή ημών!

     Προς τι λοιπόν ο Ευριπίδης μας κληροδοτεί το αθάνατο αυτό έργο του, εάν όχι ως ομολογία και αποδοχή. Πέμποντας στις σύγχρονες Μήδειες, όπως η γρια Φραγγογιαννού, εκείνου του κοσμοκαλόγερου της λογοτεχνίας. Μήπως γιατί τίποτα δεν έχει αλλάξει από τότε, και τίποτα δεν προκύπτει πως θ’ αλλάξει ποτέ.

    Καθώς οι σύγχρονες Μήδειες… μαζί μ’ αυτήν του αιώνιου ποιητή!

    Διαγράφουν, σε μία και μόνο στιγμή παροξυσμού, που ομοιάζει περισσότερο με μια μορφή απόλυτης τρέλας, όλα τα δημιουργήματά τους. Κάνοντας όμως έτσι την εικόνα τους ν’ αντηχεί ως μια κραυγή εκδίκησης, μέχρι και σήμερα.

      Μήπως όμως και η αδικαιολόγητη, κάποιες φορές, διακοπή μιας κύησης, δεν παραπέμπει σε κάτι τέτοιο.

     Και μάλιστα σ’ έναν δυτικό πολιτισμό, που έχει τόση πολύ ανάγκη από νέο, φρέσκο αίμα!

     Εδώ, άλλωστε, εδράζεται όλη η κτηνωδία που γεννάται  μέσα στην παραφροσύνη μιας διαρκώς αρρωστημένης εποχής.

      Και στη διεστραμμένη αντίληψη, περί αναφοράς, του τι είναι δικό μας και γιατί μας αφορά. Και μάλιστα, εκεί, όπου το ξένο προς την άρρωστη εσωτερικότητα μας συναίσθημα, δεν έχει καμία αξία.  

      Καθώς δε δύναται ν’ αφυπνίσει ένα είδος συμπαθείας, αλληλεγγύης ή και ντροπής ακόμα. Το οποίο θα μπορούσε ν’ ανασύρει τελικά από μέσα μας, την όποια αίσθηση προσωπικής ευθύνης, προς χάριν μιας συλλογικής ωφελιμότητας.

      Έτσι η εικόνα της γυναίκας -μητέρας- παιδοκτόνου, συμβολίζει απλώς την παρακμή μιας κοινωνίας που βρίσκεται πλέον σε συναισθηματικό ακρωτηριασμό. Έχοντας χάσει ως μέλη της, τις όποιες αξίες που τη στήριξαν και δυνάμωσαν έως τώρα, δημιουργώντας κοινούς δεσμούς, πολιτισμό και κυρίως κοινωνικές παραδόσεις.

      Πράγματα που πρέπει απαραιτήτως να οδηγούν στην ισότιμη ένωση μιας ομάδας ανθρώπων, που έχουν επιλέξει να ζουν μαζί, με δικαιοσύνη, χωρίς εξαιρέσεις, και με όπλα την αγαστή συνεργασία και συνεχή ειλικρινή επικοινωνία. Κι όχι την ενστικτώδη επιθυμία για κυριαρχία, εκμετάλλευση και περιθωριοποίηση, που οδηγεί πάντα τελικά στην καταστροφή.

        -Αντίθεση αρσενικού, θηλυκού. Μη αποδοχή, εσφαλμένη κρίση και απόρριψη.-

      Μιας κι όσο τα θηλυκά θα είναι οι μοναδικές πηγές ζωής, και οι δημιουργοί μιας συνέχειας, χωρίς άλλη επιλογή!

     Τόσο θα εμφανίζεται η παρουσία τους ως μία αδιόρατη απειλή προς τις παράλογες αιτιάσεις της μυικής δύναμης, που ρυθμίζει εντελώς παράλογα, ακόμα και σήμερα, τις ζωές των ανθρώπων.

      Έτσι, οι ειδεχθείς φόνισσες… ανεξαιρέτως αιτίας!

      Θα είναι πάντα ο κίνδυνος για την ασφάλεια μιας φαινομενικά ορθολογικής κοινωνίας, και για τη συνέχειά της.

       Καθώς η δογματική απόρριψη των θέλω, -ατομικά  και συλλογικά ασυνείδητα θηλυκού γένους-. Θα οδηγούν   πάντα στη συσσώρευση θύμου, δημιουργώντας μια παράλογη οργή που στρέφεται, τις περισσότερες φορές, μη μπορώντας να βρει διέξοδο, κατά του είναι και του εγώ.

       Στερώντας όμως, τελικά, απ’ το ίδιο τους το αίμα, τη συνέχειά του.

       Προκαλώντας εν κατακλείδι, με ίδιον κόστος, μιαν ακατανόητη εκδίκηση. Που ομοιάζει, σχεδόν διαστροφικά, με αυτοκαταστροφική ιεροδικεία, τουλάχιστον.

        Ανάλογα βέβαια, με την υποκειμενική κρίση του  καθενός, που σαν αυτόκλητοι και πρακτικοί δικαιοπράκτες, χρεώνουμε καταδικάζοντας, χωρίς κανένα προσωπικό κόστος και ευθύνη, μιας και δεν είμαστε γυναίκες.

      Πως όμως, κι ενώ συμβαίνει κάτι τέτοιο, ακόμη και σήμερα, αντί για την απέχθεια που έπρεπε να μας διακατέχει  ή να επιβάλλεται στο γεγονός! Εμείς, αντίθετα, νοιώθουμε μια κάποια έστω συγκατάβαση για τις πράξεις αυτές. Έως του σημείου μάλιστα και της αποδοχής, σε λογοτεχνικό πάντα επίπεδο, για τον εξοβελισμό του συναισθήματος από τις ηρωίδες. Ακόμα δε και για τον θάνατό τους, ως τελική δικαίωση για τις ίδιες, και επ’ ουδενί για τους άλλους. Χρεώνοντας τελικά την όποια ευθύνη, ανάλογα, με το ειδεχθές αποτέλεσμα της αδιαφορίας μας. Καθώς, ανεξήγητα, όλο αυτό, μας οδηγεί τελικά προς τον λυρικό θαυμασμό, ως ένα είδος προσωπικής μεταμέλειας για   τις ανείπωτες αυτές πράξεις βίας.

     Στις οποίες, μία άδικη και χωρίς κατανόηση κοινωνία, οδήγησε αυτές τις απελπισμένες κόρες στην πτώση και την απώλεια.

      Τα συγκεκριμένα λοιπόν αποτρόπαια γεγονότα, αν και παρουσιάζονται τελικά ως αποτέλεσμα της οδύνης που προκαλείται τόσο έντονα για την μη αποδοχή ή απόρριψη προς το πρόσωπο της γυναίκας, φίλης, ερωμένης, αδελφής, συζύγου και τελικά συνοδοιπόρου. Της οποίας οι επιθυμίες, οι προσδοκίες, οι ελπίδες και το νόημα για ζωή πρέπει τις περισσότερες φορές ν’ αποσιωπούνται.

      Καθώς προδίδονται συνεχώς από έναν παραλογισμό, και μια διαστροφή στη λειτουργία της σκέψης, που θέλει τη γυναικεία παρουσία ως κάτι το συνεχόμενα δοτικό, χωρίς όμως απαιτήσεις. Οδηγώντας αναπόφευκτα τις ίδιες, ξανά και ξανά, σε απονενοημένες πράξεις και σε καταστροφικά αποτελέσματα.

          Έτσι οι γυναίκες εγκληματούν κι αυτές, αλλά όχι αναίτια και χωρίς προσωπικό κόστος, όπως οι άνδρες. Μα σε βάρος του εαυτού τους.

          Τρωάδες του Ευριπίδη!

      Μιας και οι αποτρόπαιες πράξεις τους φέρουν το ειδικό  βάρος που κουβαλούν συνεχώς μέσα τους. Φορτωμένο σ’ ένα ιδιόμορφο ατομικό ασυνείδητο, διαμορφωμένο όμως, όχι από τις ίδιες. Άλλα από ένα παγιωμένο κοινωνικό σύστημα, που τις χρησιμοποιεί πάντα προς όφελος του, καθιστώντας τες ως δεύτερης αξίας παρουσίες.

       Και παρά τ’ ότι η ίδια η ζωή τις έχει εξοπλίσει με απαράμιλλη δύναμη, έστω και για την όποια εσχατολογική πράξη και ομολογία ύπαρξης. Αυτές ζουν συνεχώς κάτω απ’ τον φόβο της απόρριψης, που αρχέτυπα είναι ριζωμένος μέσα τους, μην επιτρέποντας να νοιώσουν ίσως πραγματικά ελεύθερες και δυνατές.

    Δημιουργώντας και διακονώντας τελικά, τις άγριες εκείνες συνθήκες, για όσους με πλήρη άγνοια δεν το αντιλαμβάνονται, που οδηγούν όμως τον άνθρωπο στην καταστροφή.

      Μιας και οι όποιες Μήδειες και Φραγγογιαννούδες,  ωσάν άλλες Μήνιδες ανά τους αιώνες -αν και κάποιοι δεν το αποδέχονται- είναι κι αυτές άνθρωποι… ό,τι κι αν έχουν κάνει!

            Υστερόγραφο

       Χωρίς καμία απολύτως πρόθεση ν’ απαλλαγούμε  από την ηθική ευθύνη, ενός από κοινού ειδεχθούς εγκλήματος κατά της ανθρωπότητας. Εντούτοις… ως σκεπτόμενα όντα! Θα  πρέπει άμεσα, έχοντας την ιερή υποχρέωση, ν’ αντιληφθούμε και να κατανοήσουμε τα βαθύτερα αίτια αυτού.

         Έτσι, το κείμενο αυτό, είναι αφιερωμένο σ’ όλες τις σύγχρονες Μήδειες ανά τον κόσμο!      

          Υποσημείωση

      Για την ολοκλήρωση αυτού του κειμένου, παρέμεινα έγκλειστος στο γραφείο μου, δυσφορώντας κάποιες φορές, για όσες ώρες χρειάστηκε.

        Και παραδόξως, την πρώτη κιόλας ώρα!

     Η πένα, που κάποια γυναικεία χέρια μου έκαναν δώρο κάποτε, απόσωσε απ’ το μελάνι της, εντελώς άκαιρα. Έτσι, χωρίς άλλην επιλογή, αναγκάστηκα να χρησιμοποιήσω ένα ξεχασμένο στο συρτάρι του γραφείου κόκκινο στυλό, το οποίο και εξάντλησα επίσης, όντας κι αυτό στα τελευταία του!

      Αναφέρω δε -όλα τ’ ανωτέρω- παρεμπιπτόντως, απλώς  για να επιταχύνω την αποφόρτιση της εργασίας, ευελπιστώντας να μην έχουν καμία σημασιολογική έννοια μέσα μου.

      Αλλά και στην προσπάθεια ν¨ απαλλάξω τους αναγνώστες από κάτι τέτοιο, ανάλογα!

                                                                       Ευ Δαίμων

Αλεξάντρ Σεργκέγεβιτς Πούσκιν

                    

                              

Ήσυχοι λαοί βοσκάτε,
δεν σας ξυπνά τιμής κραυγή,
κοπάδια τη σκλαβιά ζητάτε,
για σας ο κούρος και η σφαγή.

Γενιά, γενιά κληρονομάτε
δεσιά, κουδούνια και μαντρί.

      Αν και η ρωσική ποίηση δεν αξιώθηκε -αναφορικά- την πληθώρα της ελληνικής. Εντούτοις, η παρουσία και μόνο του Πούσκιν, ως υπέροχα αγαθή εικόνα, αντικαθιστά επάξια την ομορφιά και το κάλος της ανώτερης δημιουργίας.

Εις τους αιώνας… των αιώνων, αμήν!

      Αφού συνολικά η αναζήτηση για τις ψηλότερες κορυφές  της ποίησης, αποδόθηκε ονομαστικά, δικαίως στους Καβάφη, Μπολντέρ και Πούσκιν. Κι ενώ όλοι φαντάζουν στα μάτια και τ’ αυτιά κάθε ανειδίκευτου, ως μακρινά διαφορετικοί. Ωστόσο  -και οι τρεις- ξεκινώντας απ’ τον ρομαντισμό και καταλήγοντας στο ρεαλισμό. Είναι και αποτελούν, τα κύρια και ζωτικά όργανα ενός πνευματικού συνόλου.

        Που δεν είναι τίποτε άλλο…!

     Παρά η κορυφαία δημιουργία της ανθρώπινης σκέψης, στο σύνολό της, μέχρι και σήμερα. 

     Όντας, όμως, κάτι το ιδιαίτερο!

      Θα ήταν λοιπόν -τουλάχιστον- βαριά ύβρης το να τους ξεχωρίσουμε μόνο από το έργο τους. Καθώς κάτι τέτοιο ισχύει απόλυτα για το μεγάλο αυτόν Ρώσο ποιητή και πεζογράφο. Ο οποίος, επάξια κατακτά τον τίτλο του διδασκάλου για όλους τους υπολοίπους ρομαντικούς συγγραφείς και ποιητές.

     Καθώς το επαναστατικό πνεύμα του, οδήγησε τελικά στη γέννηση του ρεαλισμού, σε όλες τις μορφές τέχνης, αποδίδοντας στη γραφή, όλων όσων ακολούθησαν, ποιότητα και ποικιλία.

       Όμως, όπως ατυχώς συνηθίζεται ακόμα και σήμερα, γι’ άλλους ίσως λόγους. Ο Πούσκιν, ακόμα ένας που τόσο πρόωρα και τόσο άδικα, άφησε το έργο του μάλλον ημιτελές, στερώντας μας μια πνευματική συνέχεια. Εντούτοις, ποσοτικά, όσο και ποιοτικά, πρόφθασε να μας κληροδοτήσει ένα απόθεμα λογοτεχνικών δημιουργιών του. Ξεκινώντας από την ποίηση, μέχρι και τις μορφές του πεζού λόγου, όπως παραμύθια, μυθιστορήματα και θεατρικά έργα.

      Ωστόσο, όντας ο ίδιος ένας πνευματικός γίγαντας,  ανάμεσα στους νάνους της εποχής, δεν μπόρεσε ν’ αντισταθεί απέναντι σ’ όλα όσα ο ίδιος διαφωνούσε ριζικά.

      Ευγενούς καταγωγής, δεν δίστασε στιγμή να στηλιτεύσει την κοινωνική και πολιτειακή κατάσταση της εποχής του. Όντας δημόσιος αρχικά υπάλληλος, υφιστάμενος του τότε υπουργού εξωτερικών του Τσάρου, μαντέψτε ποίου…;   

         – Ιωάννου Καποδίστρια! –

    Ο Πούσκιν, εγκατέλειψε από νωρίς την πολλά υποσχόμενη θέση του, για να γίνει τελικά ένας αναγνωρισμένος συγγραφέας.

      Είναι δε γνωστό, σχεδόν μυθολογικά, το πως ο ίδιος  ο Καποδίστριας, έδειχνε ανοιχτά τη συμπάθειά του προς το πρόσωπο του εικοσάχρονου τότε Πούσκιν.

        Λέγοντας πως ο νέος αυτός… αν και μεγαλοφυής!

      Εντούτοις -ως χαραχτήρας- δεν ταιριάζει μ’ ότι όλοι οι άλλοι πίστευαν γι’ αυτόν. Ειρωνευόμενος βέβαια, όσους ευελπιστούσαν πως το ευγενές τέκνο μιας ανώτερης τάξης, θα ανερχόταν τα κρατικά αξιώματα στην πολιτική σκηνή.

     Ο Πούσκιν όμως, εντάσσεται άμεσα στο νεανικό ρεύμα της εποχής του, ενάντια στις όποιες αρχές της μοναρχίας και των πρακτικών της. Χρησιμοποιώντας, τι άλλο; την πένα του ως όπλο. Θέλοντας, διακαώς, να προωθήσει στη ρωσική κοινωνία νέες άξιες και την αποδοχή πιο προοδευτικών ιδεών.

     Έτσι ξεκινά έναν ανοικτό πόλεμο με το λογοτεχνικό κατεστημένο της εποχής, ανάμεσα σε παλαιότερους, αλλά και κατά πολύ ισχυρότερους αντιπάλους. Το αποτέλεσμα βέβαια, δεν ήταν άλλο, παρά η εξορία του ποιητή με εντολή του Τσάρου, προς τα δυτικά σύνορα της αυτοκρατορίας, στην πόλη της Οδησσού.

         Και πάλι καλά…!

       Πράγμα που του εξασφάλισε, ευτυχώς την τελευταία στιγμή, η ευγενική καταγωγή του ονόματός του.

        Όμως, παρ’ όλα αυτά, ο Πούσκιν δεν σταματά!

       Αντιθέτως, γράφει όλο και περισσότερο, όλο και πιο συχνά, μιας και βρίσκει πια χρόνο για τη μελέτη των αρχαίων, ποιητών και φιλοσόφων. Ανακαλύπτοντας εκεί μέσα το υλικό που τον οδηγεί στην προσωπική του αλήθεια κι ελευθερία. Ενώ παράλληλα, ο συνεχής απελευθερωτικός αγώνας των Ελλήνων, και τα νέα της απώλειας του Βύρωνα, που τόσο θαυμάζει.

         Τον ξεσηκώνουν ακόμα πιο πολύ…!

      Κάνοντάς τον να ενστερνιστεί τώρα τη νέα για όλους θεωρεία, πως η ελευθερία σώματος και πνεύματος, δεν είναι απλά μία ακόμα φιλοσοφική έννοια. Αλλά η απόλυτη κοινωνική αλήθεια και υποχρέωση, για την οποία όλοι θα πρέπει ν’ αγωνιζόμαστε πάντοτε, χωρίς καμία ιδιοτέλεια.

           Υστερόγραφο

        Η επική άλλωστε λογοτεχνία, με τον αθεράπευτο ρομαντισμό, κι έναν υγιή κοινωνικό ρεαλισμό, ήταν αυτά  που σημάδεψαν τον Πούσκιν, στη σκέψη, τη ζωή και τη γραφή του. Ενώ η ποιοτική σύγκριση όσων έγραψε, -με ό,τι άλλο!- τον οδήγησε τελικά στην κορυφή της παγκόσμιας λογοτεχνίας και διανόησης. Καθώς τα αιώνια έργα του -ποιήματα και άλλα- στο σύνολό τους, χαρακτηρίζονται με τη μορφή της απαράμιλλης τελειότητας και ομορφιάς, από κάθε άποψη.

                                                               Ευ Δαίμων

Εκατό χρόνια μοναξιά

– Gabriel Garcia Marquez –

    Αν και είναι πολλά περισσότερα…!

       Καθώς ο σπουδαιότερος Αμερικανός συγγραφέας, Γκαμπριέλ Γκαρσία Μαρκές, δεν είχε επιλεγεί, προς ώρας, ως αναφορά σ’ έναν από τους μεγαλύτερους καλλιτέχνες του γραπτού λόγου, παγκοσμίως. Εδώ, όπου αναρτώνται τα θέματα της λογοτεχνίας, απ’ την ιστοσελίδα Ευδαιμονία. Εντούτοις, με απόλυτο τρόπο, θα μπορούσαμε να πούμε πως ο ανωτέρω, είναι πιο επίκαιρος παρά ποτέ.

      Έτσι, δίνοντας προτεραιότητα -λόγω συνθηκών…-  σε βάρος του μέγιστου των γραμμάτων -Φ. Ντοστογέφσκι- μιας    κ’ ήταν άλλωστε η σειρά του. Εντούτοις, προσδοκώντας τελικά την κατανόηση όλων, θα επανέλθουμε.

             Οπότε… οψόμεθα!

      Το παρόν λοιπόν κείμενο, με αισθήματα αγάπης και άκρατου θαυμασμού προς τον κορυφαίο Λατινοαμερικανό συγγραφέα, παρά την αρχική σκέψη για ν’ ασχοληθούμε λίγο αργότερα με την πέραν των ωκεανών λογοτεχνία, -χρονικά τουλάχιστον-. Προτάσσεται σχεδόν από μόνο του, όντας μία επιτακτική ανάγκη του κειμενογράφου. Καθώς, όπως ήδη αναφέραμε, τα γεγονότα το επιβάλλουν επιτακτικά.

        Καθώς το να επιλέξουμε ελεύθερα, έστω ένα από τ’ αριστουργηματικά βιβλία του συγγραφέα, αυτήν τη φορά τουλάχιστον, φαντάζει δύσκολο!

        Εντούτοις, το εν λόγω βιβλίο, δεν μπορεί σε καμία  περίπτωση να είναι μόνο ένα καταπληκτικό μυθιστόρημα.  Αφού τελικά, είναι όντως ένα πολιτικοκοινωνικό πόνημα, που ταιριάζει όμως απόλυτα, τώρα παρά ποτέ, στην περίσταση. Ένα λογοτεχνικό κείμενο, όχι μόνο περιγραφικό της ιδιοσυγκρασίας των λαών και της ιστορίας της γης, πέραν του ατλαντικού. Αλλά κι όλων αυτών, που με κοινή καταγωγή, κοινωνική αντίληψη, κουλτούρα, θρησκεία, γλώσσα και τελικά ιστορία, ζουν εκεί.

       Πράγματα που με απαράμιλλο τρόπο παρουσιάζει, αποδίδει, επεξηγεί κι αναπαριστά ο μεγάλος συγγραφέας, αποκαλύπτοντας έτσι σ’ όλους εμάς, ό,τι ακατανόητα γίνεται αντιληπτό ως μια ιδιαιτερότητα συμπεριφοράς και τρόπου ζωής.

      Αν και στον πλανήτη γη, όλα προσεγγίζονται εύκολα, διασχίζοντας τώρα πια τις αποστάσεις με ταχύτητα, αφού το κακό που κρύβεται μέσα μας, ως ανθρωπότητα, ταξιδεύει πλέον πολύ γρήγορα!

      Διαβάζοντας ο σύγχρονος αναγνώστης αυτό το βιβλίο, για πρώτη φορά, ανοίγεται διάπλατα μπροστά του ένας νέος, ολόκληρος, κυριολεκτικά και μεταφορικά, κόσμος. Μία άλλη διαφορετική γη, που δημιουργήθηκε από το γεγονός μιας τόσο βίαιης σύγκρουσης, διαφορετικών πολιτισμών, αποτέλεσμα της άπληστης επιθυμίας για πλούτο.

        Ποιων άλλων… παρά υμών -ιστορικά- πολιτισμένων Ευρωπαίων!

       Έτσι, οι όποιες παραδοξότητες στην ιστορική πορεία της Αμερικής, βόρειας, κεντρικής ή νότιας. Ελάχιστη διαφορά έχουν…! Καθώς δεν είναι τίποτε άλλο, παρά το αποτέλεσμα της κατάκτησης και της οικειοποίησης, με το έτσι θέλω, πριν από πεντακόσια σχεδόν έτη, εφαρμόζοντας το δίκαιο του δυνατού.

      Και, εν συνεχεία, της απόδοσης στην παρούσα μορφή, ενός δυστοπικά πολιτισμικού γίγνεσθαι, μέσα από τις πρακτικές ενός αποικιοκρατικού συστήματος, που είναι όντως ζωντανό μέχρι και σήμερα. Μα και της σχεδόν διαστροφικής επιθυμίας για επιβολή, ενός σαθρά υποτιθέμενου πολιτισμού.

     Ο οποίος, αποβιβάστηκε κάποτε στις ήρεμες ακτές αυτής της ηπείρου, εντελώς απρόσκλητα και δια της βίας. Βιάζοντας όμως ταυτόχρονα και εξοντώνοντας το γηγενή πληθυσμό και νόμιμο κάτοχό του.

        Όπως είναι άλλωστε σύνηθες, εδώ και καιρό, ν’ αποκαλούνται οι γνωστοί ερυθρόδερμοι… ίσως απ’ το χρώμα του αίματος!

      Ο ήρωας λοιπόν του βιβλίου, ο συνταγματάρχης Αουρελιάνο Μπουενδία, αγωνίζεται, μάλλον παράδοξα, να ξεφύγει από τα αυτοκαταστροφικά αποτελέσματα ενός κατακερματισμένου, στη συνεχόμενη βία, κόσμου του. Όπως, τόσο εύστοχα και γλαφυρά, αποτυπώνεται από την πένα του συγγραφέα στο πρόσωπο του ήρωα. Καθώς τελικά υποτάσσεται    κι αυτός σε μια κοινή μοίρα, βιώνοντας τη διάρκεια της φθοράς ενός ανθρώπου, ο οποίος είναι γέννημα όλων αυτών των καταστάσεων της ιστορίας και του τόπου.

       Μιας και τα πάντα γύρω, διαμορφώνουν συνεχώς την  επιλογή της πορείας του, από τη γέννηση, μέχρι και το τέλος του.

          Όποιο κι αν είναι αυτό…!

    Έστω και μπροστά σε κάποιο εκτελεστικό απόσπασμα.

       Άλλωστε, εκεί αποδίδεται και η μαγευτική αξία  του Κολομβιανού συγγραφέα, που με τόση δεξιότητα μας προσφέρει την ομορφιά της γραφής και του ταλέντου του, ως ίσης αξίας ανάμεσα στην ελίτ της παγκόσμιας λογοτεχνίας.

      Αποδίδοντας στον πεζό λόγο του, την πραγματικότητα του τόπου, που ομοιάζει με κάτι απίστευτα μυθολογικό!

      Ενώ ταυτόχρονα, αποκαλύπτει ξεκάθαρα, ένα βαθύ  και τόσο πληγωμένο συλλογικό ασυνείδητο, μιας ολόκληρης ηπείρου, που απλώνεται σαν παραισθησιογόνα ομίχλη πάνω από αμέτρητα τετραγωνικά χιλιόμετρα γης, αλλού άγονα γυμνή, κι άλλου καταπράσινα δαιδαλώδη.

      Κι ενώ έτσι όλα συμπλέκονται κατά την εξιστόρηση, κάνοντας τη σκέψη του αναγνώστη να χάνεται πρόσκαιρα σε μιαν αδιέξοδη φαινομενικά διήγηση. Τότε ακριβώς είναι που με μια παράλογη διαφυγή, ο συγγραφέας αποκαθιστά το αφύσικο για εμάς, ως κάτι το απόλυτα αποδεκτό.

        Δικαιώνοντας ίσως τελικά… τόσο εύλογα το παράλογο!

       Αποκαθιστώντας τον τρόπο σκέψης των ηρώων, που τόσο μας ξενίζει με μια πρώτη ανάγνωση.

      Μιας και κάπως έτσι, -από πάντα- ήταν όλα σ’ αυτή την τόσο μακρινή και αχανή ήπειρο του πλανήτη μας, κι όχι μόνο!

      Καθώς, εδώ τελικά, η ελπίδα μετατρέπεται στη μοναδική διέξοδο και η απαισιοδοξία, τόσο παράδοξα, σ’ έναν μοναδικό τρόπο ζωής, ως μία ιδιαίτερη αντίληψη της πραγματικότητας.

     Αφού μπορούμε να πούμε, χωρίς καμία ίσως υπερβολή, έχοντας διαβάσει το βιβλίο σχολαστικά. Πως ο Gabriel Garcia Marquez, είναι ένας πολύ επικίνδυνος συγγραφέας!

          Υστερόγραφο

      Ωστόσο, αναζητώντας ίσως με αδόκιμο τρόπο, την οποιαδήποτε συνάφεια. Μιας και το γνωστό ανέκδοτο, θέλει  τον τόπο μας ως τη μοναδική χώρα της Καραϊβικής, και μέλος της Ευρωπαϊκής ηπείρου ταυτόχρονα. Θα μπορούσαμε να πούμε:

         Άντε και στα δικά μας…!

        Αυτό δε το τελευταίο… παρακαλώ όπως ληφθεί απλά  ως ένας ακόμη αστεϊσμός. Μιας κι αυτή -και μόνον αυτή!- ήταν η πρόθεση του συγγραφέα του κειμένου.

                                                           Ευ Δαίμων

Ευδαιμονία, αρμονία μέσα απο την σύγκρουση

Photo by Pixabay on Pexels.com

Η Ευδαιμονία είναι μία έννοια που απασχόλησε πολύ τους περισσότερους σημαντικούς στοχαστές της αρχαιότητας. Στην ομηρική εποχή έβλεπα την ψυχική ισορροπία και την ευδαιμονία ως αποτέλεσμα της θεϊκής εύνοιας και της αριστοκρατικής καταγωγής. Ευδαίμονας στον ‘Όμηρο είναι αυτός που έχει εξωτερική ομορφιά και δύναμη του σώματος και κατέχει αγαθά.

Οκτώ αιώνες μετά, κατά τον τον 5ο αιώνα πχ αυτό έχει αλλάξει και Ευδαιμονία είναι η ικανότητα συνειδητής, ενάρετης, ηθικής βούλησης επιλογής και δράσης του ίδιου του ανθρώπου.

Η πορεία αυτή πέρασε από πολλά στάδια. Από τη μυστηριακή σκέψη των Ορφικών στους  σοφούς της αρχαιότητας. Ο Θαλής ο Μιλήσιος  θεωρούσε ότι η Ευδαιμονία χρειάζεται ένα υγιές σώμα, ένα εφευρετικό μυαλό και κλίση προς τη μόρφωση. Μια περιγραφή αρκετά ενεργητική που δίνει στον άνθρωπο την ευθύνη να την αναζητήσει.

Ο Σόλων  ο Αθηναίος από την άλλη έβλεπε την ευδαιμονία πέρα από τα όρια της ζωής. Θεωρεί Ευδαίμον αυτόν που έχει «μία αγαθή ζωή και έναν ευτυχή θάνατο», εισάγοντας κατά κάποιον τρόπο την νοηματοδότηση και τη ζωή με νόημα και αξίες ως απαραίτητα στοιχεία της ευδαιμονίας.

Ο Πυθαγόρας είδε στην Ευδαιμονία την αρμονία των δυνάμεων της ψυχής. Μιλώντας για δυνάμεις της ψυχής εννοούσε την νόηση, την φαντασία, την αίσθηση, τη νόηση που κινεί το σώμα και την επιθυμία για το ωραίο και καλό. Ενώ ως αρμονία έβλεπε την ύπαρξη συμμετρίας μεταξύ υλικού και πνευματικού στοιχείου . Για τους πυθαγόρειους ή Ευδαιμονία ήταν ο υπέρτατος στόχος της ζωής , μία κατάσταση ψυχικής υγείας. «Μην ψάχνεις αλλού την Ευδαιμονία, είναι μέσα σου»

Η αρμονία είναι η λέξη που σχετίζεται με την Ευδαιμονία και στον Ηράκλειτο με έναν κάπως διαφορετικό τρόπο καθώς για τον σκοτεινό φιλόσοφο ή αρμονία δεν είναι παρά αποτέλεσμα της σύγκρουσης – έριδας μεταξύ των αντιθέτων. Η έρις , η σύγκρουση συμβαίνει μεταξύ των μερών της ψυχής του λογικού από τη μία πλευρά και του θυμικού συναισθηματικού από την άλλη. «Πάντα κατ’ έριν γίγνεσθαι»

Αφήνοντας για λίγο τους φιλοσόφους συναντάμε στην Κάτω Ιταλία των Αλκμαίο, διάσημο γιατρό ο οποίος πίστευε ότι οι άνθρωποι δεν μπορούν να κερδίσουν την αθανασία όμως είναι σε θέση να δημιουργήσουν μια κατάσταση ευδαιμονίας όσο ζου. Για αυτόν η Ευδαιμονία είχε δύο συστατικά τις σωματικές και τις πνευματικές δυνάμεις οι οποίες όμως θα πρέπει να είναι στη ίδια αναλογία και να μην υπερισχύει η μία της άλλης γιατί στην περίπτωση αυτή δημιουργείται ασθένεια. Η καλή υγεία λοιπόν, σωματική και ψυχική ήταν άμεσα συνδεδεμένη με την Ευδαιμονία. Η ισορροπία κάνει την εμφάνιση της και εδώ με κάποιον τρόπο

Στην Σικελία τώρα, χρόνια μετά τον Ηράκλειτο ο Εμπεδοκλής έχει μία παρόμοια ιδέα. Μόνο που αυτός ονομάζει της αντίθετες δυνάμεις Φιλότητα (Αγάπη) και Νείκος ( εχθρότητα), Η φιλότητα είναι η ενοποιητική δύναμη που εξασφαλίζει την αρμονία- ισορροπία.

Για τους σοφιστές η ψυχική υγεία συνδέεται με την Αλυπίαν , την έλλειψη λύπης και την αταραξία της ψυχής. Για αυτούς το περιεχόμενο της Ευδαιμονίας είναι διαφορετικό για κάθε άνθρωπο σε κάθε διαφορετική στιγμή . Έτσι ο άνθρωπος είναι αυτός που ορίζει τι είναι ευδαιμονία για αυτόν. Οι σοφιστές συνέδεσαν την Ευδαιμονία με την απόλαυση των υλικών αγαθών και την άνετη ζωή. Για αυτούς η Ευδαιμονία συνδέεται με το συμβιβασμό του ανθρώπου στην πραγματικότητα . Επίσης θεωρούσαν ότι ο νους είναι αυτός που καθοδηγεί το σώμα στην υγεία ή την ασθένεια, έτσι ο τρόπος σκέψης που δεν αντανακλά την πραγματικότητα είναι αιτία της διαταραχής της ψυχής

Βλέπουμε πως η ισορροπία και η αρμονία έχουν κυρίαρχη θέση στην περιγραφή της Ευδαιμονίας αλλά δεν εξαντλείται εκεί. Η ζωή με αρχές και νόημα έχει σημαντική θέση,

Eυδαιμονία τότε και τώρα

Στην αρχαιότητα ο όρο Ευδαιμονία αναφερόταν σε αυτόν που έχει την εύνοια του Δαίμονα. Ο Δαίμονας αυτός ήταν μια καλή θεότητα αλλά όπως αναφέρει και ο Ηράκλητος αντιπροσώπευε χαρακτήρα του ανθρώπου.

Ετσι η ευδαιμονία συνδεόταν στενά με την ψυχική ισορροπία και την ψυχική υγεία. Βασιζόταν στην εσωτερική ισορροπία και γαλήνη και όχι σε εξωτερικά ή άλλα αγαθά.

Είναι διαφορετική από την ευτυχία γιατί δεν εξαρτάται από την τύχη αλλά από τη βούληση του κέθε ατόμου να εφαρμόσει όσα χρειάζονται για να φτάσει στην Ευδαιμονία

Η τέχνη της ζωής