Αρχείο κατηγορίας ΕΥ ΔΑΙΜΩΝ

Για ποιον χτυπά η καμπάνα…;!  Έρνεστ Χέμινγουεϊ

                       

                              

                

-Ernest Miller Hemingway-

- Είστε όλοι μια χαμένη γενιά! -

Φράση απ’ τον υπότιτλο του βιβλίου.

- The Sun Also Rises-

                   

      Εδώ, πραγματικά, χωρίς καμία απολύτως υπερβολή, χρειάζονται όλα τ’ απαραίτητα σημεία στίξης της γλώσσας,  για να μπορέσουμε να περιγράψουμε τη ζωή και το τεράστιο έργο, -σε ποσότητα και ποιότητα- όπως μυθιστορήματα, διηγή-ματα, ποιήματα και άρθρα- του συγκεκριμένου λογοτέχνη και συγγραφέα, αμερικανικής πάντοτε καταγωγής και προέλευσης.

       Ο οποίος, αν και έζησε το μεγαλύτερο μέρος της  ζωής του στην Ευρώπη, κυρίως ως πολεμικός ανταποκριτής, δημοσιογραφώντας για πολλά αμερικανικά μέσα ενημέρωσης, απ’ την πόλη του Παρισιού, όπου διέμενε κατά την περίοδο του μεσοπολέμου. Εντούτοις, τελικά ο ίδιος, δεν κατάφερε ποτέ ν’ αποδιώξει τα όποια ένστικτα και τη φιλοσοφική θεώρηση της βιολογική του πατρίδας για τη ζωή.

      Καθώς, κάπως έτσι, ίσως να πρόδωσε τον πραγματικό εαυτό του, -τόσο πρώρα κι απροσδόκητα- επιλέγοντας να φύγει τόσο αδόκιμα, εγκαταλείποντας την αγαπημένη του Αβάνα, τη μυθική πρωτεύουσα του βιβλίου – Ο γέρος και η θάλασσα- και της Κούβας. Προδίδοντας ίσως έτσι την ψυχή των έργων του, με το συναίσθημα ελευθερίας που μας γέμισε, διαβάζοντάς τα.

       Παρ’ όλα αυτά όμως, είχε για χρόνια την τύχη να ζει και να συγχνοτίζεται καθημερινά μαζί με άλλους σπουδαίους συγγράφεις και καλλιτέχνες, όπως ο αδελφικός του φίλος και λογοτέχνης, Francis Scott Fitzgerald, ο ζωγράφος Πάμπλο Πικάσο, και πολλοί άλλοι!

     Καθώς, κάπως έτσι… μπόρεσε ν’ αποκτήσει τον χρόνο  και τις εμπειρίες ενός άλλου κόσμου, τόσο διαφορετικού απ’ τον δικό του.

     Απόδειξη δε αυτού, είναι πως πήρε μέρος ως οδηγός στρατιωτικού ασθενοφόρου, κατά τον πρώτο πόλεμο στην Ιταλία, παγκόσμιο. Όπου κόντεψε, την πρώτη κιόλας φορά, να χάσει τη ζωή του μαχόμενος.

      Ενώ, ακολούθως, χωρίς αυτό να τον πτοήσει καθόλου!

      Συμμετείχε ξανά, ως εθελοντής πάντα, στον Ισπανικό εμφύλιο. Πράγμα το οποίο, είναι ξεκάθαρα αναγνώσιμο μέσα στα έργα του.

       Εντούτοις, δεν μπόρεσε μέχρι το τέλος της ζωής του, αν και ίσως να μην προσπάθησε αρκετά, ν’ απαλλαγεί από έναν δαιμονικά κοινωνικό πουριτανισμό. Ο οποίος και χαρακτηρίζει εμφανώς, τις όποιες, πέρα και προς τα δυτικά του Ατλαντικού Ωκεανού, κοινωνικές αντιλήψεις των πραγμάτων.

       Κι αυτό, παρά τους τέσσερις μάλλον ανεπιτυχείς  γάμους, και τις πολλές ερωτικές, φιλικές ή άλλου χαραχτήρα ή αντίληψης, σχέσεις. Μιας και κάποια, μάλλον οριακά τοξική αρρενωπότητα, όντας φανατικός λάτρης κάθε είδους αγώνα και περιπέτειας. Στα σίγουρα λειτουργούσε ως ένα εφόδιο μέσα του, που τον ακολουθούσε λόγω της καταγωγής του.

      Η συμμετοχή του άλλωστε, με διάφορες ιδιότητες, σε τρεις πολύ αιματηρούς πολέμους! Μα κυρίως η εθελοντική ένταξή του με το στρατόπεδο των δημοκρατικών, κατά τον ισπανικό εμφύλιο, ενάντια στον φασισμό. Κατέστη αφορμή      για τη δημιουργία του ανωτέρω μυθιστορήματος, όπως και πολλών άλλων. Αφού οι συνεχόμενοι κίνδυνοι απώλειας της ίδιας του της ζωής, απ’ τους πολλούς τραυματισμούς κατά  τη διάρκεια αυτών των ανθρώπινων συγκρούσεων.

      Πράγμα για το οποίο, με πολύ ευαισθησία, κάνει λόγο  σ’ ένα άλλο βιβλίο του. Αν και δεν αναφέρεται συγκεκριμένα στον εαυτό του.

             – Φιέστα – Κι ο ήλιος ανατέλλει.-

        Καταδεικνύουν το πνεύμα και την εσωτερικότητα   ενός απόλυτα ταραγμένου κι ανήσυχου εγώ. Που προσπαθεί ίσως μάταια πάντοτε, ν’ απελευθερωθεί απ’ τους εσωτερικούς δαίμονες του, κι από την αίσθηση της καταπιεστικής παρουσίας των άλλων. Πράγμα το οποίο, αποτυπώνεται ξεκάθαρα και με τόση ένταση, στο αριστουργηματικό αυτό μυθιστόρημα.

      Έτσι, αναπόφευκτα, ως Εμιγκρέ και τελικά Ευρωπαίος   ο Έρνστ Χέμινγουεϊ. Δεν είναι απλά ένα αναπόσπαστο μέλος   της περίφημης χαμένης γενιάς -lost Generation- εκείνων των ανθρώπων και καλλιτεχνών που βίωσαν για δεκαετίες τους τότε πολύνεκρους και ειδεχθείς πολέμους, μα και τα ολέθρια αποτελέσματα των καταστροφών τους. Όπως ήταν άλλωστε   οι απώλειες ανθρώπινων ψυχών, σχεδόν σε όλες τις ηπείρους αυτού του πλανήτη, κατά εκατομμύρια.

     Αλλά κι ο πιο αυθεντικός εκπρόσωπος της γενειάς του!

     Αφού με την ανερμάτιστα αδιέξοδη κοινωνικά σκέψη  που επικρατούσε παντού στη ζωή και τη λογοτεχνία, κατά τη διάρκεια αυτών των τόσο αιματηρών καταστάσεων, για τον τότε υποθετικά εξελιγμένο κόσμο. Οδήγησε τελικά εκείνες τις γενιές των ποιητών, συγγραφέων, ζωγράφων και καλλιτεχνών, σ’ έναν ιδιαίτερα σκληρό συναισθηματικό ακρωτηριασμό. Όπως αυτός εκφράστηκε μες από τα έργα τους, με κυνισμό και απογοήτευση πολλές φορές, απέναντι σ’ ότι κάνει τη ζωή πιο όμορφη. 

       Έτσι, στο συγκεκριμένο αυτό βιβλίο, ο συγγραφέας  -Ernest Miller Hemingway- προσπαθεί ίσως μάταια, να μας   δώσει να καταλάβουμε πως η θυσία κάποιων, αν όχι κι η δική   μας! Με απώτερη πάντοτε επιδίωξη τη σωτηρία πολλών, ίσως λίγο πιο σημαντικών ατόμων, μέσα στη σκέψη και την καρδιά μας. Όντας προτεραιότητα ακεραιότητας και ηθικού μεγαλείου και αναστήματος.

    Να μην είναι απλώς… μία ακόμη, άσκοπη ή άδικη απώλεια!

        Αλλά τελικά, ένας δρόμος λύτρωσης και εξευγενισμού της ύπαρξής μας, στο σύνολό της.  

           Υστερόγραφο

     Αν και, για όσους έχουν διαβάσει κάτι για τη ζωή και  το τέλος αυτού του ανθρώπου. Και οι οποίοι θα μπορούσαν ίσως με κάποια ζηλόφθονη μνησικακία, να χαρακτηρίσουν ως ασυνεπή όσα έγραψε. Εντούτοις, δεν θα πρέπει ίσως ποτέ να ξεχνάμε, το τι θα πράτταμε εμείς… εάν ήμασταν στη θέση του.

         Μιας κι όπως, πολύ σοφά, μας λέει μια αμερικανική παροιμία:

         Φίλε μου, εάν δε φοράς τα παπούτσια μου, τότε δεν μπορείς να ξέρεις πως νοιώθω!

                Υποσημείωση

      Γι’ αυτό… και για όσους δεν έχουν διαβάσει ακόμα το βιβλίο. Καλό θα ήταν, πριν εγκαταλείψουν αυτή τη ζωή, να  το κάνουν.

       Καθώς, είναι απολύτως βέβαιο… πως η καμπάνα θα χτυπήσει για όλους κάποια στιγμή!

                                                                 Ευ Δαίμων

THE GREAT ILLUSIONS   -Η ουτοπία της αυταπάτης

                  

Surreal floating city with spiraling stairs, melting clocks, waterfalls, and celestial sky
A fantastical floating cityscape featuring winding staircases, melting clocks, and cosmic elements.

                          Εν οίδα… ότι ουδέν οίδα!

                                     -Σωκράτης-

      Το παρόν κείμενο είναι μια ενδεικτική, όσο και υποκειμενικά προκατειλημμένη άποψη, για όσα περιέχονται   στο βιβλίο, το οποίο ίσως εκδοθεί κάποτε καθ’ ολοκληρίαν, περιλαμβάνοντας αυτοτελή κείμενα και φιλοσοφικές απόψεις του Ευ Δαίμων.

     Κι αυτό, ίσως, λόγω μιας κάποιας εσωτερικής και αυτοϊκανοποιητικής παρόρμησης του συγγραφέα. Αλλά και μιας διαστροφικής μάλλον εμμονής για φιλοσοφικά θέματα  και πραγματική λογοτεχνία, που δεν ενδιαφέρουν αληθινά παρά ελάχιστους.

      Εδώ λοιπόν, θα αναφερθούμε στις δυο πιο μεγάλες  και βασικές αυταπάτες που βιώνει και ζει η ανθρωπότητα, από πάντα. Ως τις μοναδικά αληθείς διεξόδους σκέψης! Τη θρησκεία δηλαδή και την επιστήμη, ξεκινώντας από την παλαιότερη χρονικά, κι όχι λόγω απόδοσης σεβασμού.

       Δυο πράγματα τα οποία, τουλάχιστον εικονικά, μας διαχώρισαν από την κατάσταση του ζώου.

            Λέμε τώρα…!

      Καθώς και τα δυο, ωσάν φάρμακα, δημιουργήθηκαν  απ’ την ανθρώπινη σκέψη, λογική ή μη, ως αποτέλεσμα της ανάγκης του ατόμου για να εξηγήσει τ’ ανεξήγητα.

      Βελτιώνοντας δήθεν, πρωτίστως, τις όποιες συνθήκες κοινωνικής διαβίωσης, στην προσπάθεια να κατανοήσει τελικά τον κόσμο, μα και τον εαυτό του.

    Ας εκκινήσουμε λοιπόν με τη θρησκεία, ως παλαιότερη, όπως έχουμε ήδη αναφέρει, επιλογή. Δίδοντας τις απαραίτητα μυστηριακές και υπεργήινες διαστάσεις στα φαινόμενα γύρω μας.

       Κι ας καταλήξουμε με τις επιστήμες, ως μεθόδους συστηματικής ανακάλυψης, για όσα δήθεν υποκειμενικά ορίζει ως αληθή και πραγματικά η όποια αυτενέργεια τους.

       Καθώς η θρησκεία, με τις τόσες παραλλαγές της ανά τους αιώνες, παραμένει πάντα μόνο μεταφυσικά εξηγήσιμη, κι αμετακίνητα στάσιμη. Μιας και η μυστηριακή πλευρά της, ήταν και είναι συνεχόμενα ένα άλυτο θέσφατο.

   Καθώς η βάση της δημιουργίας, δεν ήταν και δεν είναι, τίποτε άλλο! Παρά μια αθεράπευτα κακοήθη δεισιδαιμονία, σε συνδυασμό με τον παραλυτικό φόβο για το αύριο, απέναντι μάλιστα στο άγνωστο κι ανεξήγητα χαοτικό κόσμο μας.

     Ενώ ταυτόχρονα, η ατελεύτητη τροφή που συντηρεί κάτι τέτοιο, αιώνες τώρα. Είναι η ανακουφιστική, όσο και απατηλή, υπόσχεση μιας αιώνιας κι ακαθόριστης σωτηρίας απ’ το τίποτα.

      Καθώς μια τέτοια κενή νοήματος ανταμοιβή, είτε τη χρειάζεται κάποιος, είτε όχι, για κάτι τέτοιο ανάλογα. Δεν έχει κανένα πραγματικό αντίκρυσμα.

      Μιας κι είναι πολύ μακριά, ακόμη τουλάχιστον… απ’  ότι έχει να κάνει με οποιαδήποτε άλλη πειραματική μέθοδο!

      Αφού η θρησκεία, γενικότερα, για ένα υγιώς σκεπτόμενο άτομο και τον κόσμο του, θα μπορούσε ίσως να γίνει αντιληπτή μόνο ως πνευματική ασθένεια ή αναπηρία, τουλάχιστον.

          Κι επίσης!

      Ως μία ανικανοποίητα διαστροφική επιθυμία, για να φτάσει με ανορθόδοξο μάλλον τρόπο προς τη γνώση. Ωσάν το μοναδικό σημείο αναφοράς του κόσμου και της αλήθειας.

         Καθώς οι θρησκείες, ως συστήματα κοινωνικού   χαραχτήρα πλέον, εγκατεστημένες με απόλυτο τρόπο μέσα  στις κοινωνικές λειτουργίες και δομές, -βλέπε οργανωμένη Εκκλησία-. Ομοιάζουν περισσότερο με καταστήματα!

    Ένα μαγαζί δηλαδή, όπου ο κάθε ένας, έναντι μιας κάποιας σχετικής χρέωσης, έστω και ελάχιστης βέβαια!    

     Μπορεί ν’ αποκτά τις ανάλογες ψευδαισθήσεις προς   ίαση ψυχολογικών θεμάτων, αλλά και της απαλλαγής από λίγο πιο πρακτικά ατοπήματα. Όπως χαρακτηρίζονται δογματικά,  οι περισσότερες ανθρώπινες σκέψεις και ενέργειες, κυρίως αυτές που αναδύονται τόσο ασυνείδητα.

       Άλλωστε, κάποιος άλλος, λιγότερο ενοχικός και δεισιδαίμον. Θέλοντας ν’ αποφύγει την όποια αδιέξοδη κριτική και στενάχωρα ενοχική διάθεση. Θα επιλέξει ίσως να μεταβεί σ’ έναν ψυχίατρο, ψυχολόγο ή ψυχοθεραπευτή.

         Όπου και εκεί… θα χρεωθεί ανάλογα!     

      Ωστόσο, αν και η επιστήμη -καιρό τώρα- προσπαθεί   φιλότιμα να μας πείσει πως έχει βελτιώσει τάχα τη ζωή των ανθρώπων, σε βάρος πάντα της φύσης. Εντούτοις, πια, ούτε βασικούς προβληματισμούς έχει καταφέρει ν’ αντιμετωπίσει πειστικά, μα ούτε και την υπόσχεση μιας νέας οδύσσειας, μέχρι τώρα τουλάχιστον, έχει έστω αξιόλογα εκκινήσει.

     Αφού, παρ’ όλα τα ευχολόγια και τις μάλλον αμφίβολης γνησιότητας θεωρίες, -εδώ μάλλον ταυτίζεται αρκετά με τους προηγούμενους-. Καθώς με έωλες υποσχέσεις που αιωρούνται σαν ώριμα καρότα μπρος στα πεινασμένα μάτια κάποιων εξ ημών, καταβάλει αγωνιώδη προσπάθεια για να επικρατήσει.

      Μιας και δεν έχει ακόμα καταφέρει να βγάλει τον άνθρωπο, ούτε μέχρι τον κήπο του σπιτιού του, καλά καλά!

      Πόσο μάλλον λίγο πιο πέρα, συναντώντας ίσως για πρώτη φορά έναν κάποιο γείτονα. Ή έστω, μέχρι το διπλανό οικόπεδο, έτσι για ξεμούδιασμα ή ακόμα για το πέταγμα ενός χαρταετού. Περιορίζοντας απλά τις όποιες δραστηριότητες, σε μια τεχνολογική εξέλιξη που εξυπηρετεί αποκλειστικά και μόνο εμπορικούς σκοπούς. 

     Με τελικό αποτέλεσμα, ν’ αποθέτει συνεχώς όλο και πιο καινούργια σκουπίδια σε μια φαινομενικά κυκλική τροχιά γύρω και πάνω από την εύθραυστη οροφή του κόσμου μας.

    Τόσα πολλά σκουπίδια μάλιστα, που όχι μόνο δεν δύναται  κανείς ακόμη να περιμαζέψει, καθαρίζοντας ό,τι έχει η ίδια η ανθρωπότητα λερώσει. Αλλά ευελπιστεί κιόλας, πως όλα αυτά θα αυτοεκκαθαριστούν, -κάποτε…- πέφτοντας τελικά πάνω στα κεφάλια όσων τα δημιούργησαν. Έχοντας ίσως βαρεθεί πια να περιφέρονται ασκόπως, ως διαστημικά υπολείμματα βλακείας.

      Όσο για τα δωμάτια του σπιτιού, εκεί δηλαδή όπου κατοικούμε όλοι μαζί. Αυτά είναι σχεδόν γεμάτα πια, με άλλα, πολύ περισσότερα απορρίμματα!

     Τα οποία, όχι μόνο δεν καθαρίζουν, μα επιστρέφουν παίρνοντας συνεχώς τώρα μιαν άτυπη εκδίκηση απ’ όσους τα κατασκεύασαν, αλλάζοντάς τους σύσταση και μορφή. Δήθεν ως το υπέροχο αποτέλεσμα της τεχνολογίας και μιας αλματώδους προόδου, ενός υποτιθέμενου πολιτισμού.

      Ο οποίος όμως, με μια λίγο πιο προσεκτική ματιά και σκέψη, μόνο ως εικονική πραγματικότητα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί.

      Έτσι, ως τελική ίσως κατάληξη, ακούσια όλα αυτά, καταβάλουν μια κάποια προσπάθεια για να εξαφανίσουν το ειδεχθές είδος που τα παρήγαγε. Αποκαθιστώντας κάποτε, αν όχι αρκετά σύντομα, την οικολογική ισορροπία σ’ ένα μόλις ζωντανό σύστημα που νοσεί βαρύτατα.

      Ως αποτέλεσμα πάντα της παρουσίας ενός παρασιτικού οργανισμού, που πιστεύει -άκουσον άκουσον!- πως κάποτε θα έχει τη δυνατότητα να συναντηθεί με τον δημιουργό του.

       Κι ενώ αυτά τα δυο κοινωνικά συστήματα, πάντοτε βρίσκονταν σε μία αντιπαλότητα. Όντως πολύ αιματηρή τις περισσότερες φορές παλαιότερα. Εντούτοις, κατά την όποια μεταξύ τους επικοινωνία, -μάλλον εικονικά- εμφαίνεται πλέον μια κάποια σύγκληση, έστω και ρητορικά.

       Αν και κάτι τέτοιο… μόνο ως απόλυτη παραδοξότητα θα μπορούσε να εκληφθεί!

        Μιας και οι θρησκευτικές δοξασίες και απόψεις, αμετακίνητες κατά το παρελθόν, δεν παραμένουν πια και  τόσο άκαμπτες. Ενώ οι επιστήμες, αντίθετα, εμπρός ίσως στα αδιέξοδα που προκύπτουν τόσο αδόκιμα, εξαιτίας των τόσων έωλων θεωριών και ασαφών διατυπώσεων. Ελάχιστα όμως αποδεικτικές ή έστω αισιόδοξα υποσχόμενες, μα κυρίως και περισσότερο φαντασιόπληκτες. Καθώς έχουν αρχίσει να χάνουν πλέον, όχι μόνο την όποια αξιοπιστία και αποτελεσματικότητά τους. Αλλά και την ξεκάθαρη εικόνα, αυτού που θα οδηγήσει την ανθρωπότητα στην πολυπόθητη αθανασία!

    Ωστόσο, η προσπάθεια της επιστήμης να κάνει κάτι πιο ουσιώδες, απ’ το να κοιτά απλώς τ’ άστρα από απόσταση και χωρίς αποτέλεσμα. Καταβάλλοντας ελάχιστη προσπάθεια, έστω και πειραματικά, πλην όμως χωρίς την πραγματική απόπειρα για να τα φτάσει. Έχει συναντήσει μέχρι σήμερα το κενό.

        Κάτι που μάλλον δεν αρκεί πλέον σε κανέναν…!

      Και μιας η αυταπάτη του ενός, δεν μπορεί να φέρει ή να επισπεύσει επιτέλους την αποκάλυψη της αλήθειας του άλλου.

      Θα μπορούσε ίσως τότε να θεωρηθεί πως έχουμε πια ξεμείνει από κάποιο βαθύτερο νόημα. Καθώς για κάποιους από εμάς, η φιλοσοφική προσέγγιση των πραγμάτων, ίσως να είναι το μοναδικό μονοπάτι σκέψης που μας έχει απομείνει πλέον.

       Αν και η φιλοσοφία, από παλιά, εδράζεται κι αυτή ή τουλάχιστον επηρεάστηκε αρχικά από τη θεολογική ματιά. Ενώ αναντίρρητα, συνέχισε να χρησιμοποιεί ως βάση τη γνώσης και την επιστημονική γλώσσα, στην προσπάθεια αναζήτησης της αλήθειας.

       Ας αναρωτηθούμε λοιπόν… για το τι απομένει τελικά!  

      Καθώς το συναισθηματικό αδιέξοδο του ερωτήματος,  που προκύπτει συνεχώς αναντίρρητα. Της αντίληψης δηλαδή πως εάν όντως υπάρχουν όλα όσα βλέπουμε κι ακούμε, ή απλώς η σκέψη μας τα δημιουργεί εικονικά ως κάτι πρόσκαιρο, που δεν υπήρχε και που δεν θα υπάρξει ξανά. Όντας ίσως ασήμαντο ως ύπαρξη, κάτι ως μια αναλαμπή αντίληψης, στιγμιαίου ή και τυχαίου συμβάντος. Χωρίς την ιδιαίτερα ξεχωριστή σημασία που ο άνθρωπος αποδίδει στην παρουσία του. Και μάλιστα χαμένου κάπου στη λήθη του σύμπαντος και της άπειρα ατελεύτητης αιωνιότητας.

        Πράγμα για το οποίο… δεν θα παίρναμε όρκο!

     Καθώς, με απόλυτο τρόπο, η εσωτερική αλήθεια του     ατόμου, αγωνιά συνεχώς για την ώρα της απελευθέρωσή της. Αφού είναι όντως επίσης αληθές, πως ο άνθρωπος θέλει πάντα να δημιουργεί ελεύθερα.

    Αναζητώντας τελικά τον απώτερο σκοπό της ύπαρξης του!

     Μιας και η όποια ανάλογη εικόνα της, με τα έως τώρα δεδομένα, γίνεται μάλλον υποκειμενικά αντιληπτή από εμάς   και μόνο.

      Κι ενώ το στημένο παιχνίδι, ανάμεσα στους δυο για τα πρωτεία, καλά κρατεί.

      Ο άνθρωπος ισχυρίζεται πως κάνει συνεχείς και μεγάλες επιστημονικές προόδους. Μα τελικά και μέχρι τώρα… το μόνο που έχει καταφέρει! Είναι να καταστρέφει συνεχώς το φυσικό περιβάλλον μες το οποίο ζει, κι απ’ το οποίο εξαρτάται άμεσα.

Προσδοκώντας πάντοτε ουτοπικά, μιαν άνωθεν σωτηρία ή έστω μιαν αυτοκαταστροφική απεξάρτηση απ’ τον ίδιο του τον εαυτό.

      Ως ένα ακόμη ατυχές αποτέλεσμα, μιας κάποιας ίσως εσχατολογικής δικαίωσης, για όλα όσα, έστω τόσο επιπόλαια σκέφτεται και πράττει σε βάρος των υπολοίπων.

      Ενώ η εντελώς διαστροφική επιθυμία του ανθρώπου  να φτάσει με πλάγιο τρόπο σε κάποια μορφή ανωτερότητας, αποκτώντας πλήρη γνώση και εξομοιώνοντας την παρουσία του με κάτι θεϊκό. Φαντάζει ως το μοναδικό σημείο επαφής των δυο αυτών μεγάλων -Delusions- της ανθρωπότητας.

       Πράγματα που όχι μόνο δεν έχουν ακόμα δικαιώσει  τις επιλογές του. Αλλά και υποδεικνύουν περίτρανα τις όποιες προσωπικές του πλάνες, για το τι είναι αληθές και σκόπιμα ωφέλιμο για όλους.

      Ωστόσο, τώρα πια, ο κατασκευαστής και σύγχρονα ο μοναδικός χρήστης αυτών των δυο ουτοπιών. Αδυνατώντας να ξεπεράσει ένα άρρωστο εγώ, μέσα σ’ έναν ξένο προς αυτόν εαυτό, κι ένα προσποιητά εκφραζόμενο είναι. Χρησιμοποιεί   κατά το δοκούν και εφαρμόζει, ίσως τυφλά, αυτές τις αδιέξοδες μέχρι τώρα συνθήκες, για προσωπικό και μόνο όφελος. Εις βάρος πάντα της καθαρότητας της σκέψης και της σωστής διάστασης των πραγμάτων.

       Συνθήκες που όμως μετατρέπονται, αναπόφευκτα συν το χρόνο, σε μια ουτοπία υπό τη μορφή της εμμονής, απεικονίζοντας τα πάντα γύρω τους ωσάν οφθαλμαπάτη, παρά σαν πραγματικές κατακτήσεις. Οι οποίες επίσης, ενυπάρχουν ενάντια στην ισορροπία της φύσης και της ζωής. Χωρίς όμως απτά αποτελέσματα πραγματικής πολιτιστικής προόδου και πνευματικής εξέλιξης.

         Καταλήγοντας τελικά εχθρικά απέναντι μας.

       Κι όλο αυτό, μόνο και μόνο για να ικανοποιήσει το  άτομο -άνθρωπος- τη διεστραμμένη δική του εσωτερικότητα, καλύπτοντας τα όποια βαθύτερα αρχέγονα και βίαια ένστικτά του.

      Και παρ’ όλο που από πάντοτε, μάλλον αναπόφευκτα,   η μοναδική του επιδίωξη ήταν ή με κάθε τρόπο επιβίωση και  διαιώνιση της υλικής του υπόστασης.

      Τελικά καταλήγει στο να επιτυγχάνει ακριβώς το αντίθετο, από πλεονεξία και μόνο!

      Καθώς αυτοπαγιδεύεται ακατάληπτα μες τις δικές του αδιέξοδες και παράλογες επιδιώξεις. Χάνοντας όμως, την αληθή πίστη στο εαυτό του και τη ζωή, επιλέγοντας την εξάρτηση της διαστροφής.     

               Υστερόγραφο

    Έτσι, οποιαδήποτε βια προς διατύπωση απόψεων, για το είδος αλλά και την κατάληξη της ανθρώπινης ύπαρξης, -βλέπε πολιτισμός!- θα ήταν εκ των προτέρων απολύτως σκόπιμο να τεθεί απ’ τον κάθε έναν, με προσοχή και πολλές επιφυλάξεις.

     Καθώς, με τη σύνεση που θα πρέπει να συνοδεύει την αβεβαιότητα των όποιων θεωριών, τίποτε δεν είναι σίγουρο…!

            Υποσημείωση

        Εδώ, σ’ αυτό το σημείο, νοιώθω την επιθυμία  και υποχρέωση, όπως εκφράσω την ευγνωμοσύνη και τις ευχαριστίες μου! Προς τους συντάκτες της ιστοσελίδας, για     τη συνεργασία και φιλοξενία στις σελίδες της Ευδαιμονίας.

    Και ειδικά, για την χωρίς λογοκρισία αποδοχή ή δεύτερη σκέψη, προς ανάρτηση και δημοσίευση του ανωτέρω κειμένου.

                                                          Ευ Δαίμων

 Γιατί ο κόσμος στερείται ισορροπίας!

Το ερώτημα…!

     Στην ερώτηση… γιατί ο κόσμος στερείται ισορροπίας!

      Η απάντηση είναι απλή, καθώς στον εικονικό κόσμο  που ζούμε όλοι, -κατά τον Πλάτωνα πάντα- υπάρχουν μόνο δυο ειδών άτομα.

      Αυτοί που θυσιάζουν το εγώ τους, ανήκοντας σε μία μικρή κι ανόητη μειοψηφία πνευματικής κάστας. Κι αυτοί που εκμεταλλεύονται συνεχώς, χωρίς κανένα ίχνος ενοχών, όλους τους άλλους. Όντας οι τελευταίοι, η μεγάλη πλειοψηφία ενός ανισόρροπου πλήθους, το οποίο όμως ταυτόχρονα και τόσο παράδοξα, πιστεύει τα καλύτερα για τον εαυτό του.

     Εκτός βέβαια ελαχίστων, που έχουν την τύχη -για λίγο- να διαβιούν στο διαστημικό σταθμό. Ο οποίος περιστρέφεται συνεχώς ελλειπτικά πάνω από μία πανέμορφη γαλάζια σφαίρα, δίνοντάς τους κάθε ώρα της ημέρας, τη χαρά και το προνόμιο να κοιτούν τη γη από ψηλά, ωσάν να είναι ζωγραφιά!

      Έτσι οι άνθρωποι, όπως όλοι γνωρίζουμε, είτε δίνουν στους άλλους τα πάντα, είτε ασχολούνται με τους εαυτούς τους και μόνο!

     Και καθώς, οι μεν πρώτοι είναι όντως ελάχιστοι! Οι δε δεύτεροι… είναι πολλοί περισσότεροι απ’ τον μέσο όρο, όντας  η συντριπτική πλειοψηφία ενός ανικάνου να σκεφτεί όχλου.

     Πόσο μάλλον να πράξει τα δέοντα, παίρνοντας σωστές αποφάσεις, που εδράζουν πάντοτε στη βάση της λογικής, κι όχι στη σφαίρα ενός εγωιστικού παραλογισμού.

         Κι ενώ θα λέγαμε πως υπάρχουν πλέον όλα τα εχέγγυα εργαλεία, για να εξελιχθεί πνευματικά ο άνθρωπος. Ωστόσο, κάτι τέτοιο δεν υφίσταται ανάλογα. Καθώς οι όποιες γονιδιακά εσωτερικές του δυνάμεις, είναι σχεδόν πάντα ισχυρότερες από οποιαδήποτε επίκτητη γνώση ή εκπαίδευση, μέχρι σήμερα.

     Φανταστείτε όμως τώρα, έναν μάλλον ανεστραμμένο κόσμο. Όπου οι πολλοί φροντίζουν τους λίγους, και οι λίγοι και εκλεκτοί, διδάσκουν τους πολλούς.

      Ενώ αντίθετα, οι καλά και υγιώς σκεπτόμενοι, θα δύνανται κάποτε να βλέπουν κι αυτοί τη γη από απόσταση, όντας έξω απ’ το πρόβλημα. Την ίδια ώρα, όπου οι ελάχιστοι και μη ικανοί για σκέψη και ηθική πράξη, θα εξακολουθούν μάταια να περπατούν επάνω της.

      Ασφαλώς, τότε και μόνον τότε, η ανθρωπότητα σχεδόν άμεσα, θ’ αποκτούσε αθανασία!

               Υστερόγραφο

    Κι ενώ οι περισσότεροι άνθρωποι πιστεύουν βλακωδώς  πως μπορούν να επιβιώσουν ως μονάδες, εκμεταλλευόμενοι πάντοτε τους άλλους. Εντούτοις, είναι οι μόνοι που απομένουν κοινωνικά, αλλά και πνευματικά καθυστερημένοι.

      Παίρνοντας όμως τελικά… κι όλους τους υπολοίπους στο λαιμό τους!

      Πράγμα το οποίο, είτε δεν αντιλαμβάνονται ποτέ,  ζώντας για πάντα μέσα στην άγνοια. Ή, όταν κάτι τέτοιο τελικά συμβαίνει, -βλέπε συνειδητοποίηση- είναι πια πολύ αργά! 

            Υποσημείωση

      Ωστόσο, με τα έως τώρα δεδομένα, δεν έχουμε παρά  να περιμένουμε το τέλος, τελικά!

                                                          Ευ Δαίμων

Ο Δρόμος -Jack Kerouac

                              -Jean Louis Lebris-

                                            ή 

                                 -Jack Kerouac-

                        Λογοτεχνικό ψευδώνυμο

                                -Τζακ Κέρουακ-

                                -Memory Babe-

                       Χαϊδευτικό ή παρατσούκλι

                             

                                         

      Πραγματικά, ίσως να μην υπάρχει άλλος Αμερικανός συγγραφέας, -γαλλοκαναδικής καταγωγής- με τόσα πολλά ονόματα, αλλά και με τόσο αντιφατική ζωή!

     Μιας και ο ίδιος, είναι ο αυτός που εισήγαγε τον όρο -Beat Generation- στην παγκόσμια λογοτεχνία, ως μία νέα σχολή γραπτού λόγου, τόσο εικονοκλαστική, όσο και απόλυτα αντιπροσωπευτική της γενιάς του.

      Μιας εξαιρετικής λογοτεχνικά εποχής, όπου η έντονη πνευματικότητα με οδηγό πάντα την ελευθερία της σκέψης και βούλησης. Οδήγησε στη δημιουργία και απογείωση κάθε μορφής τέχνης, όχι μόνο πέραν του ατλαντικού, μα και παντού στον κόσμο.

     Εκκινώντας από την ποίηση, τη μουσική, τον πεζό λόγο, μέχρι και κάθε άλλη μορφή τέχνης, όπως ο χορός, το θέατρο, η ζωγραφική, κ.τ.λ.

     Ατυχώς όμως, και σε άλλες εκφάνσεις ή και εκφράσεις  της ζωής επίσης. Όπως οι διάφορες καταχρήσεις, ναρκωτικές ουσίες, αχαλίνωτος ερωτισμός και αλκοόλ.

           –  Θεωρεία του πανηδονισμού…!-

     Έτσι ο Τζακ Κέρουακ, όχι άδικα, θεωρείται παγκοσμίως  ή έστω από τους περισσοτέρους, ως ο κυριότερος εκφραστής και πατέρας της -underground- λογοτεχνίας.

      Καθώς, κι εξαιτίας, μπορούμε σήμερα να πούμε πως  το σώμα και το πνεύμα της τέχνης του μυθιστορήματος, είναι ακόμα ζωντανό κι ανασαίνει. Μιας και η ριζοσπαστικά έντονη δράση του! Μας αποκαλύπτει πως τίποτα δεν τελειώνει, όσο η ανθρώπινη σκέψη και φαντασία συνεχίζει ν’ αφουγκράζεται τις ανάγκες των καιρών, να πράττει και να αλληλεπιδρά συνεχώς.

       Ο Κέρουακ λοιπόν, ως ένας ακόμη πρόσκαιρα εκλιπόν, λόγω πάντα των σωματικών καταχρήσεων και της αδυναμίας προς αποδοχή μιας δυστοπικά κοινωνικής πραγματικότητας.

     Πρόλαβε τελικά να μας αποδώσει με τα έργα του, τη βαθύτητα της ελεύθερης σκέψης και πνευματικότητας της εποχής του. Χωρίς όμως ο ίδιος ν’ αφομοιωθεί ποτέ από μόδες, πολιτικά ρεύματα, κενές ιδεολογίες και θεωρητικά σχήματα.

       Καθώς ακόμα και η όποια, μάλλον αρκετά πετυχημένη μεταφορά του απ’ τον κινηματογράφο, για όσους έχουν προβεί στην ανάλογη σύγκριση, φαντάζει να έχει γίνει ερήμην του.

      Το μεγαλύτερο δε έργο του, -κατά την ταπεινή πάντοτε άποψή μας- ο Δρόμος! Αποτυπώνει γλαφυρά όλα τ’ ανωτέρω, χωρίς χρεία να επιχειρηματολογούμε περαιτέρω γι’ αυτό.

      Καθώς η διγλωσσία που τον συνόδευε πάντα στη ζωή, -γαλλικά, αγγλικά- αντί να τον κάνει να νιώθει τουλάχιστον ανώτερος! Αντίθετα, τον έσπρωχνε αδιάλειπτα σ’ ένα ιδιότυπα ουτοπικό περιθώριο, απ’ όπου όμως, πολύ φυσικά, άντλησε την έμπνευση και τη δημιουργικότητά του.  

       Μιας και κάθε μορφή κοινωνικής απομόνωσης, όταν συνοδεύεται απ’ το ταλέντο και αναμιγνύεται συνεχώς με τη γνώση. Τελικά καταλήγει στη δημιουργία του νέου, γνήσια ανέγγιχτου και ειλικρινούς εγώ.

      Εδώ, θέλοντας μάλλον να ευλογήσουμε, έστω και για λίγο τα γένια μας. Θα αναφέρουμε -παρεμπιπτόντως- την άμεση επαφή του Τζακ Κέρουακ, με τα ελληνικά γράμματα.

      Μιας και οι πιο στενοί φίλοι του, όπως άλλωστε και  η τελευταία σύζυγός του, ήταν ατυχώς γι’ αυτόν ελληνικής καταγωγής.

        Τυχαίο…;

      Αλλά ο Κέρουακ, έκτος από μεγάλος συγγραφέας, ήταν επίσης κι ένας καταπληκτικός σκιτσογράφος. Μάλιστα  αθλητής και φοιτητής, όντας ακόμα και δάσκαλος γαλλικών  για τους συμφοιτητές του. Δεν μπόρεσε ωστόσο παρ’ όλες τις προσπάθειες να ολοκληρώσει τις σπουδές του. Όπως άλλωστε και πολλοί άλλοι, σπουδαίοι συγγράφεις και λογοτέχνες της γενιάς του.

      Έτσι ξεκίνησε την αναζήτησή του στην περιπέτεια, ταξιδεύοντας συνεχώς και παντού, πράγμα που του προσέφερε, εκτός από εμπειρίες, και το πλούσιο σε εικόνες και υλικό συγγραφικό του έργο.

       Ωστόσο, αυτή η έντονη επιθυμία φυγής, τον οδήγησε τελικά σε αδιέξοδες προσωπικές επιλογές, φίλων και συζύγων, και σε συνεχόμενες εγκαταλείψεις στόχων. 

      Όντας, μάλλον αρκετά απείθαρχος, όπως άλλωστε τα περισσότερα ελευθέρα μυαλά και βαθιά σκεπτόμενα άτομα!

     Οδηγώντας τον όμως και πάλι, στα δύσκολα μονοπάτια  ενός εσωτερικού διαλογισμού, και εκ νέου ταξίδια κατά μήκος και πλάτος της βόρειο αμερικανικής ηπείρου, με κάθε τρόπο και μέσον, ακόμη και με τα πόδια.

     Όλων αυτών δηλαδή, που τον οδήγησαν αναπόφευκτα  στη δημιουργία ενός τόσο αριστουργηματικά διατυπωμένου   και υπέροχα περιγραφικού μυθιστορήματος.

       Ας πούμε λοιπόν… λίγα έστω λόγια, γι’ αυτό!

     Το βιβλίο κυκλοφόρησε το έτος 1957, και είναι όντως  ένα απ’ τα σπουδαιότερα έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας,  και συγγραφικής του επίσης δουλειάς.

      Κι αυτό… όχι μόνο γιατί ο μύθος λέει πως το συνέταξε πλήρως μέσα σε λίγες εβδομάδες, πάνω δήθεν σ’ ένα ρολό από χαρτί! Αλλά, γιατί εκεί, μες τις σελίδες ενός τόσο σπουδαίου λογοτεχνικού έργου, ο Αμερικανός συγγραφέας αποκαλύπτει και μοιράζεται μαζί μας. Την εμπειρία της περιπλάνησης, χωρίς προορισμό και περιορισμό, σε μια τόσο ιδιαίτερα φυσικής ομορφιάς και αχανούς έκτασης, χώρας και ηπείρου.

       Εμάς… που δεν θα μπορέσουμε ίσως ποτέ, παρά μόνο μέσα απ’ τις περιγραφές του, κάτι τέτοιο ανάλογα!-.

       Έτσι ο Κέρουακ μας παίρνει μαζί, προσφέροντας  απλόχερα μες από φανταστικές εικόνες και αυτοβιογραφικά στοιχεία και στιγμές. Όλη την απαράμιλλη ομορφιά της φύσης και ζωής, μα και της ελεύθερης σκέψης. Όπως όλα γίνονται ένα κατά τη διάρκεια μιας συνεχόμενης περιπλάνησης, μες από τις διηγήσεις και περιγραφές των σελίδων του.

     Καθώς, μετά από αρκετές χιλιάδες χιλιόμετρα, κυρίως εσωτερικής αναζήτησης, ως μια έκφραση αντικουλτούρας και παραγωγικής απόρριψης. Ο συγγραφέας πραγματεύεται ιδανικά με το βιβλίο αυτό, τη σωματική και πνευματική περιπλάνηση, μα και ταυτόχρονα τον τόσο ξένο διανοητικά κόσμο της χώρας του.

          Υστερόγραφο

    Με τα έργα του, αυτός ο πνευματικά ανυπότακτος και κοινωνικά αναρχικός συγγραφέας, μας οδηγεί ανοίγοντας το δρόμο προς την ελεύθερη σκέψη, νόηση και βούληση, που   τόσο βαθιά μέσα μας όλοι έχουμε θάψει.

       Προκαλώντας και προσκαλώντας, γιατί όχι…; ν’ αποφασίσουμε κ’ εμείς κάποτε το ξεκίνημα ενός προσωπικού ταξιδιού, στον άγνωστο κόσμο της εσωτερικότητάς μας.

      Ανακαλύπτοντας ίσως, τελικά εκεί μέσα… τον πραγματικό μας εαυτό!

       Υποσημείωση

      Στην προσπάθεια να μην αφήσουμε καμία έννοια   του κειμένου να πλανάται έωλα, απέναντι στον αναγνώστη.

Επισημαίνουμε, χωρίς ίχνος υπερβολής, πως ο αδόκιμος όρος,-Beat Generation- μιας και μόνο τέτοιος δεν είναι! Αναφέρεται στο κοινωνικό συναίσθημα που κατέτρεχε τους λογοτέχνες της Αμερικής, κατά τις δεκαετίες των δεκαετιών, 50s και 60s, ως η ψυχικά κουρασμένη ή χαμένη γενιά. Αυτής δηλαδή, που ήταν καταδικασμένη να κουβάλα το πνευματικό αίσθημα μιας ηθικής ήττας -του δυτικού πολιτισμού- στο σύνολό της.

      Άραγε, κάτι τέτοιο, μήπως θα πρέπει να μας ακολουθεί μέχρι και σήμερα, όντας ημείς, οι προσποιητά συνεχιστές αυτής της τεράστιας πνευματικής κληρονομιάς.

            Υπομονή… και καλό διάβασμα!

                                                           Ευ Δαίμων

Βουή και Μανία -Γουίλιαμ Φώκνερ

 

                             -The sound and the fury-

                           -William Guthbert Falkner-

                 

                          – έγραψε βιβλία και πέθανε-

                                  -επιτύμβια φράση-

      Αν και η πρώτη αυτή επιλογή, για τους μυημένους, στην αμερικανική λογοτεχνία, ομοιάζει με βουτιά στα βαθιά.    

      Εντούτοις, δεν θα μπορούσε να γίνει κι αλλιώς…!

     Μιας και ο Φώκνερ, είναι ό,τι πιο ενδεικτικό αυτής  της λογοτεχνικής σχολής. Όντας, ίσως, ό,τι πιο παράδοξο μορφολογικά, ως ο πρωτεργάτης ενός είδους γραφής που ακόμα και σήμερα δεν αντιγράφεται. Παρά τ’ ότι αρκετοί προσπάθησαν, επιχειρώντας κάτι ανάλογα, με πολύ όμως    μικρή επιτυχία.

      Καθώς το δράμα, όλων αυτών των σπουδαίων κατά τ’ άλλα λογοτεχνών, δεν ήταν άλλο, παρά η έλλειψη καταγωγής.

      Μιας και τόσο κοντά στην πηγή της -illusion- του κινηματογράφου, εκεί δηλαδή όπου η ομορφιά, ωσάν άλλη κατάρα, απαιτεί κατάθεση ψυχής. Όπου οι περισσότεροι, αν όχι όλοι, καταθέτουν τη δουλειάς τους. Πληρώνοντας έτσι ακριβά ως αντίτιμο για την αναγνώριση που τόσο πολύ επιθυμούν, και η οποία, είτε έρχεται αργά ή δεν έρχεται ποτέ.

      Κι αφού η ψυχική δύναμη, η ομορφιά και η καλλιέργεια είναι όντως κατάρες!

       Έτσι, όλοι οι εξ Αμερικής συγγράφεις, παγιδευμένοι  σ’ ένα άλλο συλλογικό ασυνείδητο, γράφουν συνεχώς, μη μπορώντας όμως να ξεφύγουν ποτέ από ένα τέτοιο αδιέξοδο.

      Για όλα αυτά όμως… ελπίζουμε να μας δοθεί η ευκαιρία ν’ αναφερθούμε πιο αναλυτικά, αργότερα.

       Όταν, ίσως, εμβαθύνουμε λίγο περισσότερο στα έργα περισσοτέρων Αμερικανών ποιητών και πεζογράφων. Μιας  και -προς ώρας- επιβάλλεται ν’ ασχοληθούμε αποκλειστικά με τον μοναδικό συγγραφέα αυτής της ηπείρου, που ομοιάζει τόσο πολύ με τους πέραν του Ατλαντικού ομοϊδεάτες.

       Όταν τόσο λυρικά και ρεαλιστικά, ταγμένος στην αριστουργηματική γραφή της περιγραφής των ανθρώπινων δυστυχιών. Παρουσιάζει γλαφυρά τα πρόσωπα των ιστοριών του -ως άβουλα όντα- που παγιδευμένα μέσα στα ελαττώματα, τα πάθη και τις διαστροφές τους. Παραδίδονται αναπόφευκτα σε μια καταστροφική μοίρα, χωρίς άλλην επιλογή ή διέξοδο.

       Όμως, όντας γεγονός αναμφισβήτητο, ακόμα και τα χαλασμένα ρολόγια, συνηθίζουν να δείχνουν τουλάχιστον δυο φορές την ημέρα τη σωστή ώρα. Έτσι και τα πρόσωπα του βιβλίου, μα και τα γεγονότα που μας περιγράφονται στις σελίδες, εντελώς ακατανόητα κάποιες φορές για κάποιους. Δεν χρησιμοποιούν μια τυπική  σειρά γεγονότων για την εξέλιξη της διήγησης, αλλά αφήνουν τα γεγονότα να εξελίσσονται, ως κάτι γενικά ασαφές.

      Είπαμε άλλωστε, απ’ την αρχή, για το βάθος της όποιας πρώτης επιλογής, προειδοποιώντας ίσως και για το κόστος της όποιας δυσκολίας στην ανάγνωση του κειμένου, με μια μάλλον επιπόλαιη προσέγγιση.

      Μιας και το έργο του Φώκνερ, μόνο ως ένα σύνηθες μυθιστόρημα δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί. Καθώς, ίσως, ομοιάζει περισσότερο με ανάγνωση μιας τράπουλας Ταρό, αλλά από έναν δεξιοτέχνη του είδους.

       Καθώς οι ακατανόητες ζωές των ηρώων, που πάνε κι έρχονται, όσο η διήγηση προχωρά ακάθεκτα μπρος στα μάτια του αναγνώστη. Μα και σχεδόν αδιόρατα, λες και βρισκόμαστε πάνω σ’ ένα ιδιόμορφο ψυχολογικό καρουζέλ, που περιφέρεται χωρίς αρχή και τέλος ή χρονική σειρά. Αφού εικονικά φαίνεται να περιστρέφεται μες τη σκέψη του συγγραφέα, αλλά και τη δική μας. Όταν μάλιστα όλα δείχνουν χαμένα, ανάμεσα στον ανύπαρκτο και ανίκανο να σταθεί χρόνο -του χάους- στη ζωή των συγκεκριμένων ατόμων.

      Απορρίπτοντας συνεχώς όμως, ένα όντως αδιέξοδο παρόν, εστιασμένοι εμμονικά σ’ ένα καταστροφικό παρελθόν, που ακυρώνει συνεχόμενα το όποιο μέλλον.

      Ωστόσο, μ’ αυτόν τον περιγραφικό τρόπο, ο Φώκνερ, αναιρεί συνεχώς τα γεγονότα και την όποια φαινομενική σειρά της σκέψης μας. Αφήνοντας τελικά στον αναγνώστη, όχι μόνο την προσπάθεια συγκέντρωσης της ιστορίας και του νοήματος, αλλά και τη σύσταση της όποιας εσωτερικής αλήθειας των πρωταγωνιστών της.

      Καθώς, για τον συγγραφέα, όλα αυτά, δεν είναι παρά αυταπάτες που δημιουργούνται σχεδόν ακούσια, κάθε φορά που η επιθυμία επινοεί τα όποια ψεύτικα θέλω της.

      Εντούτοις, η δυσκολία να κατανοήσουμε την εξέλιξη  και λειτουργία της ιστορίας, αλλά και τον τρόπο ύπαρξης των ηρώων. Έγκειται μάλλον περισσότερο στη δική μας αδυναμία ν’ απαλλαγούμε από τις όποιες κοινωνικές αγκυλώσεις, που όλοι κουβαλάμε μέσα μας, και τις προσωπικές δυσκολίες.

     Όντας, βαθιά φυλακισμένοι οι ίδιοι… σε μια αδιέξοδη εσωτερικότητα!

      Έτσι, οι δυσλειτουργικές πράξεις των πρωταγωνιστών του βιβλίου, παρουσιάζονται εδώ ξεκάθαρα, ως αποσπασματικά ιδεατές, κάτι μάλλον ωσάν ονειρικός σουρεαλισμός.

     Εδώ άλλωστε, η καταγωγή του συγγραφέα από έναν άλλοτε ένδοξο, αλλά και τόσο παρακμασμένα ιστορικά, βίαιο αμερικανικό νότο. Δεν είναι μόνο χαρακτηριστική! Αλλά και εντελώς απαραίτητη για τη συγκρότηση ενός τέτοιου βιβλίου, που αποτυπώνει γλαφυρά την ασυνέχεια των σκέψεων εμπρός στην καταστροφή των ειδεχθών πράξεων που την προκαλούν.

               Υστερόγραφο

      Στο πραγματικά εξαίσιο αυτό βιβλίο, ο Φώκνερ  αναμειγνύει αριστουργηματικά πολλά είδη τέχνης με την αξεπέραστα ιδιότυπη γραφή του. Παραβιάζοντας ίσως τους όποιους συγγραφικούς κανόνες. Καθώς ανακατεύει τον χρόνο των γεγονότων, κατά το ρου των διηγήσεων, ταυτόχρονα με τις εικόνες που αποδίδονται με τα συναισθήματα των ηρώων του.

      Κι όλο αυτό… από κάποιον, που χωρίς σπουδές, μιας κι ο ίδιος δεν είχε καταφέρει να ολοκληρώσει ούτε το γυμνάσιο. Μας αποκάλυψε τόσο ακατανόητα ίσως, για όλους εμάς. Πως  το πραγματικό ταλέντο της παρατήρησης, δεν απαιτεί τίποτε άλλο παρά την ικανότητα για κατανόηση και αποδοχή.

      Αν και το ανωτέρω βιβλίο, είναι όντως αρκετά βαρύ.

              Εντούτοις, αποτολμήστε…!

                                                                   Ευ Δαίμων

Σπίτι… είναι η σκέψη μας!

               

      Το άτομο -άνθρωπος- όπως έχουμε ήδη σε προηγούμενο κείμενο αναφέρει σχετικά, έχει δυστυχώς σταματήσει από καιρό να σκέφτεται ελεύθερα -έστω και μόνο- για τον εαυτό του.

     Αντικαθιστώντας όμως έτσι τα άυλα χαρακτηριστικά  της ύπαρξής του, όπως είναι οι αρχές και οι ιδέες των αξιών, με υλικής υπόστασης αγαθά. Όπως οι κάθε λογής ιδιοκτησίες, ακίνητες ή κινητές, αντικείμενα δηλαδή πρακτικής χρήσης, προς δήθεν βελτιστοποίηση της ζωής και καθημερινότητάς του.

       Κι ενώ κάτι τέτοιο επιδιώκεται σχολαστικά και  συνεχώς, απαιτώντας όχι μόνο σωματική προσπάθεια και  τον χρόνο του ατόμου, αλλά και αδιέξοδα κοπιαστική σκέψη.

     Εντούτοις, το τελικό αποτέλεσμα της όποιας πνευματικής του κατάστασης, δεν αλλάζει. Αφήνοντας έτσι το άτομο βαθιά εγκλωβισμένο μέσα σ’ ένα προσωπικό κι αμετακίνητα νοσηρό ανικανοποίητο.

      Πράγμα για το οποίο… έχουμε επίσης κάνει σχετική αναφορά παλαιότερα!

     Προς τι λοιπόν συνεπάγεται όλη αυτή η σωματική κι αδιέξοδα πνευματική προσπάθεια. Όταν, σχεδόν πάντοτε,  καταλήγει αναφανδόν στο εσωτερικό συναίσθημα του κενού.

    Με το οποίο, αναπόφευκτα, συναντάται το άτομο κατά τις στιγμές της ατέλειωτης μοναξιάς του. Κι απ’ την οποία, πολύ δύσκολα καταφέρνει ν’ απομονωθεί, αποκαλύπτοντας έστω και πρόσκαιρα τον πραγματικό του εαυτό.

       Όταν μάλιστα επικοινωνεί ειλικρινά με το εγώ και τον εσωτερικό κόσμο, χωρίς προσχώματα ή άλλες εξωτερικές επιρροές. Κι όταν αποφασίζει, κάποια στιγμή, να βγάλει αυτή τη μάσκα, πίσω απ’ την οποία κρύβεται το βαρύ προσωπείο της κοινωνικής συμπεριφοράς και προσποίησης. Αντιμετωπίζοντας όμως τώρα ξεκάθαρα το πραγματικό εσωτερικό του εγώ. Στην προσπάθεια να επικοινωνήσει χωρίς ψέματα και θεατρινισμούς, μπροστά στον καθρέπτη της αποκάλυψης. Μα και της άμεσης επικοινωνίας με τα θέλω των αξιών, που προσπαθεί συνεχώς     με αγωνία να θάψει βαθιά μέσα του.

      Σ’ ένα ασφυκτικά γεμάτο, δύσοσμο και κορεσμένο ασυνείδητο.

     Έτσι τα κτήρια που τον περιβάλλουν, καθώς και τα κάθε λογής περιουσιακά στοιχεία, φαντάζουν κενά γράμματα χωρίς βαθύτερο νόημα, τυπωμένα με υγρή μελάνι που σβήνει συνεχώς κιτρινίζοντας την πραγματική εικόνα της ύπαρξής του. Καθώς το άτομο πρέπει ν’ ανατυπώνει, ξανά και ξανά, τα ίδια λόγια και πράξεις προς τους άλλους, αλλά και τον ίδιο. Στην απέλπιδα προσπάθεια να πείσει και να πειστεί, για την ορθότητα των λόγων και πράξεών του.

     Ενώ, αντίθετα, όλες εκείνες οι εσωτερικές φωνές της σκέψης -που συνάδουν αναλόγως- αν και τόσο φαινομενικά άκαιρες, φαντάζουν ως σκαλισμένες επάνω σε σκληρή κι αδιάβροχη πέτρα. Επιφάνεια, που όσο κι αν ο ίδιος την ποτίζει με ψευδείς εικόνες, προσποιητής και πρόσκαιρης ικανοποίησης. Ωσάν το γυαλόχαρτο που λειαίνει τα πάντα. Αδυνατεί να σβήσει όμως όσα έχουν γραφτεί, παρά τις όποιες απέλπιδες προσπάθειες.

     Μιας και η βαθύτερη κι αληθής σκέψη μας, αν και άυλη!          

    -Αυτήν δηλαδή που ονομάζεται ως ένστικτο ή αρχέτυπο.-

       Δεν διαγράφεται από κανένα φυσικό φαινόμενο, όπως συμβαίνει με τα διάφορα κτίσματα που διαλύονται στον χρόνο και τον καιρό. Παραμένοντας ανεξίτηλα χαραγμένη μέσα μας, μην εγκαταλείποντας ποτέ τον πραγματικό αγώνα για αυτοβελτίωση και προσωπικό μεγαλείο.

    Καθώς είναι καλά σμιλευμένη πάνω στην επιφάνεια μιας αιώνιας πέτρας, προσωπικού ίσως θυσιαστηρίου. Αυτού δηλαδή που ονομάζεται χαραχτήρας, και είναι από πάντα ταγμένη στις άυλες θεότητες των αξιών και ιδεών του πολιτισμού.

           Οι οποίες, αν τελικά επικρατήσουν κάποτε.

     Στα σίγουρα θα οδηγήσουν το σύνολο της ανθρωπότητας, σ’ ένα απίστευτα θαυμαστό μέλλον. Εκεί όπου ο νέος άνθρωπος -Explorer- ίσως συναντήσει μοιραία, και γιατί όχι τελικά… το τόσο μακρινά φανταστικό πεπρωμένο του.

         Σε αντίθετη ίσως περίπτωση… ω μη γένοιτο!

      Μάλλον το επόμενο νοήμων έμβιο είδος, μας εντοπίσει           -ανακαλύψει- θαμμένους κάτω απ’ τα χαλάσματα, συντρίμμια και μπάζα της γήινης ιστορίας. Πάντα όμως, ως απολιθώματα του παρελθόντος, πράγμα το οποίο γίνεται ακόμη και σήμερα.

     Καθώς, κάθε φορά που μέχρι τώρα το ξεχωριστό είδος          -άνθρωπος- είναι έτοιμο για το μεγάλο πνευματικό άλμα και ταξίδι!

      Η άλλη πλευρά ενός σκοτεινού εγώ, ωσάν ένα άλλο  φεγγάρι, και η οποία ονομάζεται ατομικότητα. Επιβάλλοντας την καταστροφική της δύναμη, επιστρέφοντας πάντοτε τον κόσμο σε μια νέα σχεδόν αρχή εκκίνησης. Παραπέμποντας ξανά τις όποιες ιδέες της πνευματικής προόδου και εξέλιξης, στις καλένδες μιας επαναλαμβανόμενης ιστορικής αποτυχίας.

Που τόσο αδόκιμα… ονομάζεται τεχνολογική πρόοδος!

    Ενός όμως κόσμου, ο οποίος οφείλει τελικά στον εαυτό  του να ζήσει κάποτε με στόχους, αρχές και άξιες, και όχι με ντουβάρια!

        Υστερόγραφο

       Ο συντάκτης του κειμένου, του οποίου τα βιβλία  στέκονται βουβά πάνω στα ράφια των βιβλιοπωλείων, ως  άλλα πνευματικά δημιουργήματα. Μιας κι ελάχιστοι έχουν αποτολμήσει να τ’ ανοίξουν, έστω ξεφυλλίζοντας. Καθώς ακόμα λιγότεροι είναι αυτοί που ένοιωσαν την ανάγκη να καταλάβουν κάτι απ’ όσα περιχέονται μέσα τους.

     – Και απέναντι εις τους οποίους είμαστε απόλυτα και για πάντα ευγνώμονες…!-

      Μας αποδίδει στο τελευταίο κεφάλαιο του Hobo, το πώς  ο ήρωας του βιβλίου, ωσάν ένας άλλος, νέος Ηρακλής! Διαμένει τελικά σ’ ένα σπίτι που αιωρείται πάνω απ’ τη γη, στο κενό του χάους, απέναντι σ’ ένα ψηλό βουνό. Ένα άυλο δηλαδή κτίσμα που υπάρχει και υφίσταται μοναδικά μέσα στη σκέψη και τη φαντασία του.

    Κι όλο αυτό, κατά τη διάρκεια ενός τόσο αποκαλυπτικά εσωτερικού ονείρου. Μιας και κανένας από εμάς… δεν είναι τίποτε άλλο, παρά ένας Hobo…!

     Που περιπλανιέται συνεχώς με τη σκέψη και μόνο, μέσα  στο χάος ενός απόλυτα εσωτερικού σύμπαντος κόσμου, και της δημιουργίας που τον περιβάλει.

     Όπως άλλωστε ο γνωστός αρχαίος μυθολογικός ήρωας,  απ’ τον οποίο, πήρε τ’ όνομα του ο Ηρακλής, ως ένας άστεγος!

        Καθώς στην πραγματικότητα, όπως κι εμείς, δεν χρησιμοποιούσε τίποτε άλλο για να στεγασθεί, παρά την ίδια τη σκέψη.

     Η οποία όμως, είναι όντως αρκετή για να μας περιθάλψει, θεραπεύοντας τις όποιες πνευματικές ασθένειες, που μια βαθιά άρρωστη κοινωνία γεννά και μεταδίδει συνεχώς γύρω μας.

     Μολύνοντας το νέο αίμα που έρχεται για να σώσει το   μέλλον της ανθρωπότητας, καθαρίζοντας και διαγράφοντας  το παλιό κι αρρωστημένο. 

                Υποσημείωση

      Εν κατακλείδι, ως άστεγος, θα μπορούσε να ορισθεί ο  μη σκεπτόμενος άνθρωπος. Κι ως εκ τούτου, συνεπώς, πλήρως εκτιθέμενος στις όποιες κοινωνικές συνθήκες. Πράγματα που επιβάλλονται χωρίς προσωπική επιλογή και ερήμην του.

    Έτσι, με ασφάλεια μπορούμε να πούμε, πως ένα υγιές εγώ δεν μπορεί να είναι ποτέ άστεγο. Μιας και η ώριμη σκέψη θα το στεγάζει πάντα μέσα της.

                                                          Ευ Δαίμων

Το Πόστο

Άντον Πάβλοβιτς Τσέχοφ-

     

Η γνώση δεν έχει καμία αξία, εκτός αν την εφαρμόσεις κάπου.

                                                         Ο γιατρός Α. Τσέχωφ

     Η σκουριά τρώει το σίδερο… αλλά η ψευτιά την ψυχή!

                                                      Ο συγγραφέας Α. Τσέχωφ 

       Με τον Τσέχωφ, ολοκληρώνεται, προς ώρας, η ενασχόλησή μας με τους Ρώσους συγγράφεις και ποιητές.

      Κλείνοντας έτσι ένα μικρό, πρώτο κύκλο, ο οποίος μόνον επαρκής ή ολοκληρωμένος δεν θα μπορούσε ποτέ να χαρακτηριστεί. Αφήνοντας, στο χρόνο και τη διάθεση όλων, το δικαίωμα να επανέλθουμε σε κάτι ανάλογο. Και αφετέρου, για να μην μονοπωλείται τόσο επίμονα, με ιδιαίτερες προτιμήσεις, το όποιο ενδιαφέρον των αναγνωστών.

       Οψόμεθα λοιπόν να επανακάμψουμε, αρκετά αργότερα,  δια τους υπολοίπους. Μην αφήνοντάς τους εγκαταλελειμμένους και εμάς έκθετους.

        Στα σίγουρα όμως… όχι για όλους!

    Καθώς, μια τέτοια προσπάθεια… θα απαιτούσε τόσο  πολύ χρόνο -που δεν υπάρχει- και κόπο, που δεν δυνάμεθα να βρούμε.

     Μολαταύτα, ο Ρώσος θεατρικός συγγραφέας, που έμαθε τα πρώτα του γράμματα σ’ ένα ελληνικό σχολείο.

           -Τυχαίο…;-

     Είναι ίσως ο μοναδικός, πολύ εύκολα, που θα μπορούσε  να έχει γεννηθεί και γράψει σε οποιαδήποτε άλλη ήπειρο, προ του μεσοπολέμου, βόρεια ή νότια, ανατολική ή και δυτική. Αν κι ο ίδιος, ταξίδεψε παλαιότερα σε ευρωπαϊκές χώρες, κυρίως όμως στη Γαλλία.

       Μιας και η μαγευτική απόδοση των διαλόγων και η περιγραφική εικόνα των τόπων και των χαραχτήρων, ταιριάζουν απόλυτα σε εποχές όπου όλες οι σύγχρονες κοινωνίες έχουν ζήσει κάποτε. Και από τις οποίες, έχουν τόσο απροσδόκητα προέλθει, αν και τίποτα ίσως δεν προμηνύει κάτι τέτοιο.

       Έτσι, ο μεγαλύτερος σίγουρα θεατρικός συγγραφέας,           -παγκοσμίως!- πρόλαβε, σε μόλις ενός τετάρτου αιώνα, να μας προσφέρει μια πληθώρα έργων του. Όχι μόνο ποσοτικά, μα και απαράμιλλα ποιοτικά επίσης.

      Αφού, όπως είναι ευρύτερα κι αποδεκτά γνωστό, είναι  ο άνθρωπος που κατέκτησε δικαιωματικά, εδώ και χρόνια, την κορυφή του σύγχρονου θεάτρου. Καθώς αυτή είναι η άποψη των απανταχού θεατρόφιλων της γης.

      Και ίσως, χωρίς καμία υπερβολή, ο μοναδικά αντάξιος  συνεχιστής του αρχαίου δράματος, και της αναγεννησιακής επανόδου της τέχνης, από τους γνωστούς δραματουργούς του δυτικοευρωπαϊκού πνεύματος. Με τους οποίους, επίσης, χωρίς άλλη δυνατότητα, ευελπιστούμε ν’ ασχοληθούμε κάποτε.

     Εντούτοις όμως, στο παρόν κείμενο δεν θ’ ασχοληθούμε    αποκλειστικά με τον δραματουργό Τσέχοφ. Μα περισσότερο, και ίσως καλύτερα, με το διηγηματογράφο και συγγραφέα. Μιας και η πληθώρα της δημιουργικής συγγραφικής του φύσης, μας παρέδωσε έναν ατέλειωτο αριθμό διηγημάτων. Αθάνατα δηλαδή έργα, όπου σαν άλλοι πολύτιμοι λίθοι, αστράφτουν ακόμη και σήμερα πάνω στο βαρύ στέμμα της παγκόσμιας λογοτεχνίας.

     Προσπαθώντας, ίσως, να μας κάνουν ν’ αναγνωρίζουμε, πάνω απ’ όλα, την πραγματική αξία των λόγων στην τέχνη και τη ζωή.

     Όσο δηλαδή οι άνθρωποι θα συνεχίζουν να διαβάζουν και να μορφώνονται, έστω κοινωνικά, μπας και ξεστραβωθούμε όλοι μαζί κάποτε…!

      Ωστόσο, η ενασχόλησή μας με τα μικρά το δέμας, μα μεγάλα σε αξία αριστουργήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας, τα οποία και ανήκουν δικαιωματικά σ’ αυτόν. Στα σίγουρα θ’ ανοίξει διάπλατα τις πόρτες της νόησης, μα και της κατανόησης της ανθρώπινης σκέψης και λειτουργίας των κοινωνιών. Αυτών που ο σύγχρονος άνθρωπος έφτιαξε στα μέτρα του, όχι μόνον από ένστικτο, αλλά κι από ανάγκη.

      Ανάμεσα λοιπόν στα διαμάντια, λογοτεχνικά κείμενα,  ο αναγνώστης ανακαλύπτει όλο τον πλούτο της ανθρώπινης μικρότητας και κυρίως συμπεριφοράς, που προσαρμόζεται ή και όχι, ανάλογα κάθε φορά, όταν οι κοινωνικές συνθήκες το απαιτούν ή το επιβάλουν.

      Έτσι, το κοινωνικό άτομο -άνθρωπος- τελικά ενδίδει κι αυτός με τις πράξεις του, σ’ ότι κοινά αποδεκτό. Κι ανάλογα με τις πρακτικές επιβίωσης που του επιβάλλονται, τις περισσότερες φορές, χωρίς καν τη συναίνεση της προσωπικής του βούλησης.

      Πάντοτε όμως με κριτήριο την αποδοχή των άλλων,  ακόμα και με την απόρριψη των δικών του θέλω. Εικονικές βέβαια κοινωνικές προσταγές, που πέφτουν πάνω στους ώμους ενός κοινωνικά αποδεκτού μέλους, ως μέγιστο βάρος, αντίτιμο και πληρωμή για τον ίδιο. Θέλοντας να γίνει, όχι απλά αποδεκτή η όποια κοινωνική παρουσία του. Αλλά και να επικροτούνται ταυτόχρονα, απ’ όλους, οι όποιες πράξεις και ενέργειές του.

      Το σύνολο δηλαδή της προσποιητής εικόνας της ύπαρξής του.  

      Με αυτά λοιπόν τα διηγήματα, για τα οποία, ούκ έστιν αριθμός! Ο Τσέχωφ, μας αποδίδει ξεκάθαρα και γλαφυρά τους τρόπους σκέψεις και λειτουργίας, μιας κοινωνικής ομάδας ή οικονομικής τάξης. Μα και το σύνολο των ενεργειών, όλων των υπολοίπων, από τις πιο φτωχικές κοινωνικές τάξεις, που ζουν στις παρυφές της ζωής, έως αυτές που κρατούν με τις αποφάσεις τους, δίκαιες ή άδικες, λογικές ή παράλογες. Στα χέρια τους τις τύχες των λαών και των ανθρώπων, απανταχού στον πλανήτη.

      Κι όλα αυτά… ενώ έχουν παρέλθει μόλις εκατόν είκοσι   έτη. Από τη στιγμή δηλαδή που η γραφίδα του Άντον Τσέχωφ, καταχωρούσε για πάντα στη σκέψη μας, τόσο έντονα, τις πολύτιμες αυτές πληροφορίες!

      Εντούτοις, ρίχνοντας απλώς μία ειλικρινή μάτια γύρω  και μέσα μας. Εύκολα θα διαπιστώσουμε πως τίποτα δεν έχει αλλάξει από τότε στην ανθρώπινη συμπεριφορά. Καθώς τίποτα δεν προέκυπτε πως θα αλλάξει, από απαρχής κόσμου.

        Του δικού μας… πάντοτε κόσμου!

     Μιας και η αναγκαιότητα, είναι το μοναδικό εφόδιο που  δίνει η φύση στα μέλη της, στην προσπάθεια να τα εξοπλίσει κατάλληλα.

      Κι έτσι, όπως μας εξηγεί ο συγγραφέας, σ’ ένα απ’ τα θεατρικά του διηγήματα, -το Πόστο- εκεί όπου ένας ανώτατος υπάλληλος δέχεται αφόρητες πιέσεις από παντού.

     Καθώς καλοί φίλοι, γνωστοί, οικογένεια, ακόμα και ο παντοδύναμος κυβερνήτης της πολιτείας, άμεσος πολιτικός προϊστάμενος όλων, κι ανώτατος άρχοντας που προβαίνει σ’  έναν ευγενικό μεν εκβιασμό, με μία και μόνο επιστολή. Μην τολμώντας ίσως να επιβάλει αυτή την παράλογη επιθυμία του κατά πρόσωπο, για τον ίδιο ακριβώς λόγο. Θέλοντας να επιτύχει το διορισμό ενός γλοιώδους λιμοκοντόρου -τα λόγια είναι του ίδιου του συγγραφέα- σε μία ανώτερη θέση του δημοσίου. Την  οποία όμως αντικειμενικά δεν άξιζε και δεν τη χρειαζόταν, παρά μόνο ως κοινωνική καταξίωση.

     Κι όλα αυτά… σε βάρος ενός άλλου, άξιου μα δύστυχου υπαλλήλου, φυσικού μάλλον διαδόχου αυτής της χηρεύουσας θέσης. Ενός ανθρώπου που είχε κυριολεκτικά ξοδέψει όλη του τη ζωή, υπηρετώντας πιστά μιαν άπιστη υπηρεσία και κοινωνία.

     Ένα συνονθύλευμα δηλαδή παράσιτων, που αποτελείται πάντα από πλήρως ανέντιμα κι ανήθικα άτομα, ωσάν μία άπιστη κι ανεπίσημη ερωμένη.

       Έτσι, εντελώς αναίσχυντα, όλοι μαζί, τον αναγκάζουν  να υποκύψει στις επιθυμίες των άλλων, μη μπορώντας ίσως  να κάνει κι αλλιώς. Εξυπηρετώντας όμως τελικά τη διαφθορά και την αναξιοκρατία, που τόσο θεατρικά ο ίδιος δηλώνει πως απεχθάνεται.

        Κι όλο αυτό…!

    Απλά για να είναι αποδεκτός, κι όχι ως ο μόνος χρήσιμος, έντιμος και ηθικός ανάμεσα στους άλλους. Οι οποίοι ταΐζουν συνεχώς την αδικία, συντηρώντας μια διεφθαρμένη κοινωνία που είναι βυθισμένη ολόκληρη στο ψέμα και τη ξεδιαντροπιά.

         Που και ο ίδιος όμως… στηρίζει με την ανοχή του.

      Κι ενώ όλοι οι άλλοι, είναι σχεδόν πνευματικά νεκροί!    

      Αυτός είναι κάτι ακόμη χειρότερο…! Καθώς είναι ένας ηθικά νεκροζώντανος, που συνεχίζει όμως να ζει ανάμεσά τους.

    Έτσι, αντί για την αλήθεια, υπηρετεί κι αυτός το ψέμα,  όντας όμοιος με τους υπολοίπους, κι ας μην το αποδέχεται!

       Υστερόγραφο

      Μετά το σύντομο αυτό ξεκίνημα, ωσάν ένα άλλο προσκύνημα στη Μέκκα της λογοτεχνίας, απ’ όπου εντελώς απαραίτητα, πλην κάποιων ελαχίστων εξαιρέσεων, επιβάλλετο   να γίνει η αρχή.

     Ωστόσο, ως επόμενο ριψοκίνδυνο βήμα, λέμε τώρα πια  να διασχίσουμε έναν ωκεανό, κάνοντας ίσως ένα άλλο μικρό αφιέρωμα στους αρκετά διαφορετικούς, πέραν του ατλαντικού, Αμερικανούς λογοτέχνες.

       Μικρό όμως κι αυτό… και σύντομο!

      Στην ανιδιοτελή προσπάθεια πάντα, να κεντρίσουμε εκ   νέου το ενδιαφέρον των απανταχού αναγνωστών, της ανωτέρω ιστοσελίδας, -Ευδαιμονία- για την πρακτική φιλοσοφία και την λογοτεχνία, χωρίς όμως να κουράσουμε πολύ.

             Οψόμεθα λοιπόν…!

                                                             Ευ Δαίμων

      Το νόημα της ζωής

                           

                                      -Ασκητική-

 “Ερχόμαστε από μια σκοτεινή άβυσσο, καταλήγουμε σε μια σκοτεινή άβυσσο, το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε ζωή.”

                                                 Νίκος Καζαντζάκης

     Σ’ έναν ορατά πραγματικό, με κάθε αισθητήριο όργανο ή επιστημονικό μέσο κόσμο, μιας και δεν γνωρίζουμε πόσοι άλλοι υπάρχουν ακόμη! Το ν’ αναρωτηθούμε για το πότε και το πως της δημιουργίας και του τέλους της, εάν προτιμάτε!

       Αν και ποσώς μας ενδιαφέρει κάτι τέτοιο…!

      Φαντάζει ως ένα ρητορικό σχήμα, όντας ταυτόχρονα   χαμένο μέσα στην έννοια του ατελεύτητου χρόνου και χώρου,   κι ως ένας παραλογισμός, χωρίς κανένα απολύτως νόημα.

    Εντούτοις, η ζωή, όπως τη ξέρουμε ή αντιλαμβανόμαστε, δεν αποτελεί παρά το αναπόσπαστο μέρος της σκέψης και συν αντίληψής μας. Αφού χωρίς τον παρατηρήσιμο αυτόν κόσμο μας, δεν θα ήταν νοητό ως γεγονός κάτι τέτοιο. Ενώ η αίσθηση της όποιας πραγματικότητας, θα γινόταν αμέσως αντιληπτή ως μία φευγαλέα αυταπάτη στο σύνολό της.

       Ωστόσο, η αιτία της δημιουργίας που αναζητείται συνεχώς απ’ όλα τα ειδή των επιστημών, κι όχι μόνον!

     Είναι κάτι που θα μας προβληματίζει πάντοτε, όσο και το τέλος αυτής, το οποίο και ονομάζουμε, εντελώς αδόκιμα, ως την εσχατολογική κατάληξη όλων.

      Όμως, όσο κι αν προσπαθούμε για το αντίθετο, κι αυτή η παρατήρηση φαντάζει ως μη λογική.    

    Μιας και το χάος του σύμπαντος, εντελώς αυταπόδεικτα, μάλλον αδιαφορεί για τ’ ανωτέρω συμβάντα. -Δημιουργία, ζωή,  καταστροφή- Θεωρώντας τα ίσως ως δεδομένα.

       Καθώς όλα μαζί συνδέονται και συμπληρώνονται, εναλλασσόμενα συνεχώς το ένα το άλλο. Δίνοντας την εικόνα της αλληλεξάρτησης, ως μία εντελώς απαραίτητη συνθήκη ύπαρξης.

      Έτσι, κάθε τυχαίο γεγονός που λαμβάνει συνεχώς πραγματικές διαστάσεις εμπρός στα μάτια μας, είναι το αποτέλεσμα του χάους, μέσα κι έξω από εμάς. Είτε αυτό  βιώνεται ως κάτι καλό, αρεστό. Είτε γίνεται αντιληπτό ως το αντίθετο, δηλαδή κακό και καταστροφή.

      Καθώς, όλο αυτό… είναι τελικά η απαραίτητη προϋπόθεση λειτουργίας της ύπαρξης.

       Συνεπώς, το να αγωνιά και ν’ αναρωτιέται κανείς, αναζητώντας απαντήσεις για το νόημα και την έννοια της ζωής, θα είναι πάντα κάτι αδιέξοδα λάθος, εξ υπαρχής.

      Μιας κι όλες οι φιλοσοφικές αναζητήσεις, μέχρι σήμερα, μας έχουν οδηγήσει σαφώς στην αναπόφευκτη διαπίστωση, πως ο κόσμος, -παρατηρήσιμος ή μη- δεν είναι παρά μία αυταπάτη που γεννά την αδιέξοδη ερώτηση, στο εάν η ζωή έχει κάποιο νόημα.

          Γι’ αυτό… όπως και να ‘χει!

     Κάθε φορά που αναλογιζόμαστε το παρελθόν, κι όσα εικονικά πιστεύουμε πως έχουμε ζήσει. Απλώς αναζητούμε ξένα πλέον προς εμάς δεδομένα, τα οποία δεν υφίστανται ως ζωντανές εμπειρίες, αλλά μάλλον, μόνο ως αποτυπώσεις πλαστών ή και ιδεατών εικόνων μέσα μας.

      Όπως ακριβώς και οι παλιές ξεθωριασμένες χάρτινες φωτογραφίες, που όμως δεν αποδεικνύουν καν τη γνησιότητα της στιγμής.

       Στοιχεία που γεννά η σκέψη από μόνη της. Ενώ ταυτόχρονα, το παρόν ξεγλιστρά μπροστά μας ωσάν τον αέρα που προσπερνά τόσο φευγαλέα την παρουσία. Καταλήγοντας τελικά μόνο σ’ ένα αβέβαιο μέλλον, που όμως δεν έχει συμβεί ακόμα και που θα μείνει για πάντα ανεπιβεβαίωτο, ως κάτι άγνωστο, μα και παντελώς ιδανικά ουτοπικό.

      Έτσι, η ανυπαρξία κάποιας σαφούς πραγματικότητας, πάντα θα αναιρεί συνολικά την ανάγκη νοήματος, αυτού που προσπαθεί άδικα η σκέψη του ατόμου να δώσει στη ζωή, τόσο αποτυχημένα. Αφού μια τέτοια προσπάθεια πέφτει συνεχώς στο κενό του χάους, απ’ το οποίο είναι τελικά φτιαγμένος ο παρατηρήσιμος κόσμος μας.

     Ένας κόσμος ο οποίος αποκαλύπτεται ως αποτέλεσμα τυχαίων συμβάντων και σχεδόν σατανικών συμπτώσεων, παρά από κάποια αγαθή μέριμνα. Έτσι το τυχαίο γεγονός, είναι αυτό που μας δημιουργεί ως συνειδητότητα και που συνεχίζει να κάνει τα πάντα να κινούνται γύρω μας. Έστω και εικονικά.

     Καθώς, όλο αυτό, ωσάν άλλο οπτικό φαινόμενο, -fata   morgana-  οφείλονται όλα όσα η σκέψη δημιουργεί, παρατηρεί, ψευδώς αντιλαμβάνεται και θεωρεί πως καταλαβαίνει.

       Πράγματα δηλαδή που υπάρχουν μόνο ως λειτουργίες της σκέψης. Μιας και χωρίς την παρουσία της ή την ικανότητα να δημιουργεί αυτόματα η ίδια, ό,τι γίνεται αντιληπτό. Τίποτε δεν θα ήταν παρατηρήσιμο, κι ως εκ τούτου, μη υπαρκτό.

      Εξειδικεύοντας όμως σχετικά τη συζήτηση, πρέπει να δεχθούμε αξιωματικά πως ό,τι δημιουργείται, πάντα από κάτι άλλο, όπως κι εμείς. Δεν έχει κανέναν άλλον προορισμό, παρά την παράδοση κάποια στιγμή της ύπαρξή του, μεταβάλλοντας ίσως τη μορφή του σε κάτι διαφορετικό.

      Βιώνοντας όμως έτσι, αναπόφευκτα, την κατάληξη της δημιουργίας, που δεν είναι τίποτε άλλο παρά η καταστροφή!

       Κι όλο αυτό… προς χάριν και ολοκλήρωση μιας ατελεύτητης συνέχειας, παγιδευμένης σ’ έναν αέναο κύκλο, όπου εναλλάσσονται οι δυο αυτές δυνάμεις του κόσμου.

      Μιας και το κάθε τέλος, είναι απλώς μία και μόνο επαναλαμβανόμενη στιγμή, που δίνει συνεχόμενα τη σκυτάλη στην επόμενη δημιουργία. Όπου με τη γέννησή της και μόνο, οριοθετεί χρονικά και το επόμενο τέλος, ξανά και ξανά.

       Έτσι, αυτό το γαϊτανάκι της ύπαρξης, ομοιάζει απόλυτα με την έννοια του καλού και του κακού, ως δυο εναρμονισμένες συνθήκες του ίδιου εαυτού. Μιας και η προϋπόθεση ύπαρξης του ενός, απαρέγκλιτα δομεί και την παρουσία του άλλου.

      Συνεπώς, χωρίς τις απόλυτες έννοιες της αρχής και του τέλους, που μόνο ως ιδεατές παρουσίες μπορούν να γίνουν αντιληπτές. Η εικόνα της ζωής, έκτος από φευγαλέα, μόνο χαοτικά ανεξήγητη θα μπορούσε να χαρακτηριστεί.

    Μιας και για κάτι τέτοιο… η ανάγκη νοήματος δεν είναι  απλά μη λογική, αλλά ταυτόχρονα και παντελώς παράλογη!

      Έτσι, το βαθύτερο νόημα της ζωής, δεν είναι παρά μια εσωτερική και μόνον ανάγκη.

            Υστερόγραφο

          Καθώς η ζωή δεν έχει χρεία νοήματος, αφού, όσο   σημαντική ή ασήμαντη κι αν δείχνει, απλά και μόνο υπάρχει.

       Και μια τέτοια συνθήκη ύπαρξης, θα είναι πάντοτε αρκούντως ικανή για να την απολαύσουμε!

                                                      Ευ Δαίμων

Οι φτωχοί

Φιόντορ Μιχάιλοβιτς Ντοστογιέφσκι

        

         Ο πατέρας, κατά κοινή ομολογία, της αναλυτικής περιγραφής της ανθρώπινης ψυχολογίας, μες απ’ τα βιβλία του, διηγήματα και μυθιστορήματα -επιστημονικά μάλλον δοκίμια και εγχειρίδια!- που αφειδώς μας προσέφερε. Μας έδωσε απλόχερα τη δυνατότητα, μελετώντας τον πάλι, να εμβαθύνουμε τόσο πολύ μέσα μας, όσο κανένας άλλος. Έτσι, ο μόνιμος από πάντα συγκάτοικος του Φράντς Κάφκα, στην κορυφή του Ολύμπου της λογοτεχνίας! Εκεί όπου μόνο οι αθάνατοι της ποίησης και της πεζογραφίας έχουν καταφέρει φτάσουν, ανηφορίζοντας το δύσβατο και μοναχικό αυτόν δρόμο. Μας προσέφερε την ευτυχία και τη χαρά να τον διαβάζουμε, ξανά και ξανά, μέχρι και σήμερα.

    Ωστόσο, μιας κι έχει προηγηθεί όλων των άλλων… σ’ αυτό    το τόσο δύσκολο είδος γραφής, δικαιολογημένα θεωρείται ως ο τρισμέγιστος συγγραφέας και λογοτέχνης, παγκοσμίως!

     Παρόλα αυτά όμως, επιλέγοντας το βιβλίο αυτό, ίσως γιατί θέλουμε να υποδείξουμε κάτι αυταπόδεικτο. Αν κι είναι ένα απ’ τα λιγότερο αναγνώσιμα του Ντοστογιέφσκι, λες και υφίσταται κάτι τέτοιο, για όλα τ’ αριστουργήματα που μας παρέδωσε.

      Εντούτοις, αυτό το ιδιαίτερο πόνημα δεν υστερεί ούτε κατ’ ελάχιστο σε περιγραφικότητα και ξεκάθαρη απόδοση του τρόπου της σκέψης του.

      Αλλά και της ομορφιάς των συναισθημάτων, μα και της άποψης για τον κόσμο και τους ανθρώπους που τον αποτελούν.

        Ειδικότερα… λίγα λόγια για το βιβλίο.

      Μέσα σε πενήντα τέσσερις επιστολές, ο συγγραφέας  μας περιγράφει τον ανολοκλήρωτο έρωτα δυο νέων. Οι οποίοι ζουν, από κάποια απόσταση, σε μια δυστοπική κοινωνία, όπου δεν επιτρέπει -σχεδόν δογματικά- στην ευτυχία να συναντηθεί έστω και λίγο, μαζί τους.

        Έτσι, το υπέροχο αυτό γραπτό, ένα ακόμη απ’ τα  πολλά, με απαράμιλλο τρόπο μας αποκαλύπτει το πως ο ανικανοποίητος έρωτας! Δεν είναι απλά κάτι που δεν μπορεί  να σβήσει, αλλά το μοναδικό πράγμα που ζει μέσα μας για πάντα. Ωσάν κάτι τόσο αδιάβλητα αναλλοίωτο.

     Μιας κι όσοι είχαν κάποτε την ατυχία να βιώσουν κάτι τέτοιο… στα σίγουρα το κουβαλούν ακόμη βαθιά μέσα τους!

        Καθώς η υπαρξιστική λογοτεχνία, όπως αυτή θα εκφράζεται πάντα μες απ’ το ρεύμα και τη σχολή γραφής  του ρεαλισμού, που με τόση πίστη κι αφοσίωση υπηρέτησε   ο συγγραφέας, αμφιταλαντευόμενος ανάμεσα σ’ ένα Θεϊκό και σ’ έναν αθεϊστικό υπαρξισμό. Είναι αυτή που μας έχει δώσει τ’ αριστουργήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας, φιλοσοφίας και διανόησης. Καθώς, ίσως είναι, η μοναδική ενασχόληση που  θα μπορούσε να συγκινήσει ένα άτομο καθόλα επιρρεπή σε ανθυγιεινές απολαύσεις και καταστροφικές συνήθειες.

     “Πράγμα, το οποίο… απερίφραστα και χωρίς καμία  αναστολή, μπορεί να σας επιβεβαιώσει και ο υπογράφων!’

       Εμπνέοντας όμως, κάπως έτσι, όσους σύγχρονους ακολούθησαν, όπως ο Έρμαν Έσσε ή ο Τζον Στάινμπεκ, αλλά και άλλοι, για τους οποίους ελπίζω να μας δοθεί η ευκαιρία  να μιλήσουμε λίγο αργότερα.

      Καθώς ο ίδιος, σ’ ό,τι πολύτιμα ιδιαίτερο κι ανεκτίμητα σπουδαίο μας κληροδότησε, δεν φοβήθηκε να μας αποκαλύψει την αλήθεια της ζωής.

   Αφού κατάφερε ν’ αποδώσει με ύφος που δεν αντιγράφεται, -όσο κανένας άλλος- την πραγματική φύση των ανθρώπων, όσο ζοφερή κι αν είναι!

        Μιας κι όπως καταδεικνύει συνεχώς με τα έργα του,  αλλά και με τη ζωή του, ο μεγαλύτερος Ρώσος συγγραφέας. Το ελάχιστο και λιγοστό, ποτέ δεν είναι ασήμαντο.

             Υστερόγραφο

         Ζητώντας εκ των προτέρων συγνώμη για τα πολλά θαυμαστικά!

     Απ’ την αρχή του κειμένου, δεν σας κρύβω πόσο προβληματίστηκα για το πως εγώ, ένας πνευματικός νάνος…    θα μπορούσα να γράψω, έστω και μία λέξη για έναν τέτοιο γίγαντα!

      Αφού μόνο ως βλασφημία και ύβρης θα μπορούσε, εντελώς αντικειμενικά, να φανεί κάτι τέτοιο. Παρόλα αυτά όμως, το αποτόλμησα, θέλοντας όχι μόνο να δοκιμαστώ, μα  και να πράξω το δικό μου προσκύνημα. Εντούτοις, ό,τι κι αν έχω ήδη γράψει, τα λόγια θα είναι πάντοτε λίγα για κάτι τόσο πολύτιμο λογοτεχνικά, που ξεπερνά κάθε ανθρώπινη σκέψη.

        Γι’ αυτό… ανεχθείτε με! 

                                                        Ευ Δαίμων

Από την Μήδεια του Ευριπίδη, έως τη Φόνισσα του Παπαδιαμάντη.

-Την Κλυταιμνήστρα βάλτε τον Αγαμέμνονα να σκοτώσει,
πριν αυτός για Τροίες ξεκινήσει και μας προδώσει.-

     “Το ακροτελεύτιο αυτό δίστιχο, απ’ το ποίημα του  Ευ Δαίμων, – Πολεμοκάπηλοι- περιέχεται στην ποιητική συλλογή Μήνιδες.”

       Η Μήδεια του Ευριπίδη, είναι η τραγωδία -ποίημα- του οποίου η απαγγελία έγινε για πρώτη φορά το 431π.χ στο αρχαίο θέατρο του Διονύσου, κάτω απ’ τον ιερό βράχο της Ακροπόλεως.

      Ενώ η Φόνισσα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, είναι το γραπτό αριστούργημα του ιερότερου μέλους των ελληνικών γραμμάτων, μόλις τον περασμένο αιώνα.

       Τούτου δοθέντος…!

     Θα μπορούσαμε να πούμε, χωρίς ίχνος υπερβολής, πως τα δυο αυτά έργα αντιπροσωπεύουν την εικόνα του τόπου μας, ως σημασιολογική οντότητα και ύπαρξη, κοινωνιολογικά και ιστορικά, όσο τίποτε άλλο!

       Δεν είναι συνεπώς τυχαίο… πως έχουν γραφτεί από Έλληνες!

       Εντούτοις, μεσολαβώντας εικοσιπέντε ολόκληροι αιώνες, τίποτα δεν μπόρεσε ν’ αφαιρέσει ο χρόνος από την ακτινοβόλα λάμψη τους. Όπου κατά τη διάρκεια, τραγικά οι γυναικείες παρουσίες, έζησαν αδιόρατα ανάμεσά μας, ωσάν μια κραυγή στη σιωπή, που δεν είναι τίποτε άλλο, παρά η σκληρή αποτύπωση μιας ασυνείδητης απόγνωσης και μοναξιάς.

       Αυτές λοιπόν οι γυναίκες προσπαθούν ακόμα και σήμερα να τιμωρήσουν μιαν άδικη μοίρα, διαγράφοντας τα πάντα γύρω τους, ως να μην υπήρξαν ποτέ. Και χωρίς καν η δακρύβρεχτη πένα των ποιητών, ρομαντικών ή όχι, να μπορέσει να τις αγγίζει, έστω κατ’ ελάχιστον.

      Έτσι μνημονεύονται, όλες μαζί, παράλληλα με τις δημιουργίες της παγκόσμιας λογοτεχνίας, αλλά και σε άλλα, πολλά, αθάνατα έργα της τέχνης.

       Τον κύκλο ξεκινά η Μήδεια, ενώ η Φραγκογιαννού, προσπαθεί με τη σειρά της να τον ολοκληρώσει, επιδιώκοντας ξανά για λογαριασμό όλων των γυναικών, τη δικαίωση της αδελφής της, στην ιστορία του αίματος.

      Ωστόσο, εδώ, σ’ αυτό το σημείο, δεν επιτρέπεται να πάρουμε τη βολική άποψη ενός ή περισσοτέρων, από τους σύγχρονους -άνδρες- φιλόσοφους των τελευταίων δεκαετιών.

      Καθώς, σ’ ότι αφορά το δεύτερο φύλλο, -Simone de   Beauvoir- κι ενός μάλλον ουτοπικά υπαρξιακού φεμινισμού.

Θα βόλευε ίσως πολλούς η εξαγωγή εύκολων συμπερασμάτων, εφησυχάζοντας επιφανειακά μία ταραγμένη κοινωνική συνείδηση. Μιας και δεν θα οικονομούσε καμία βαθύτερη γνώση, αλλά και δεν μας ικανοποιεί κιόλας.

      Καθώς δεν είναι τίποτε άλλο, παρά το απαύγασμα μιας νωθρής σκέψης σκοταδισμού. Που σχηματίστηκε, από πριν και μάλλον παράδοξα, σε μια κοινωνία που πολύ περισσότερο βίαιη είναι, και λιγότερο λογική.

       Κι αν όντως ισχύει κάτι τέτοιο… τότε εύκολα εξηγείται αυτή η συνεχόμενη εμμονή στις τραγωδίες!

        Η οποία διατηρείται ζωντανή, περισσότερο από τριάντα αιώνες τώρα. Αφού, κάπως έτσι, θα μπορούσε να δικαιολογηθεί και η εμμονή προς την τέχνη, κάθε μορφής, από την Μήδεια μέχρι και τις σύγχρονες φόνισσες. Οι οποίες, αν και τραγικά πρόσωπα μυθικών ιστοριών, ζουν ακόμα ανάμεσα μας ωσάν άλλες Κασσάνδρες, κόρες μιας άλλης Εκάβης.

     Ωσάν τις Ερινύες, που τόσο έντονα και επίμονα μας προσκαλούν ν’ αναρωτηθούμε μήπως και τίποτα δεν έχει αλλάξει. Βιώνοντας έτσι κι εμείς, το ίδιο νουκλεϊκό οξύ που γέννησε αρχικά τον κόσμο μας, κάνοντάς τον να σταθεί όρθιος στα πόδια του, κοιτώντας συνεχώς προς τ’ άστρα.

      Και που συνεχίζει να θρέφει, με το αθάνατο κύτταρο της ελπίδας κατά τον κύκλο της δημιουργίας και τη πρόσκαιρης καταστροφής, τη ζωή.

       Όμως, αφήνοντας, έστω για λίγο, τις όποιες βαθιά  φιλοσοφικές αναζητήσεις, ας επικεντρωθούμε με συνέπεια  στο θέμα αυτού του κειμένου, που δεν είναι τίποτε άλλο, παρά η εικόνα της γυναικείας παρουσίας. Αυτού του Θεϊκού πλάσματος της δημιουργίας, μπροστά στην όποια πρώτη και αποτυχημένη απόπειρα της ύπαρξης, που ακούει στο όνομα Αδάμ.

     Ας αναφερθούμε λοιπόν ιστορικά, και με συναίσθημα,  στην εικόνα, την πορεία, την έννοια και τελικά στην εντελώς απαραίτητη παρουσία της για τη ζωή. 

           Μιας και χωρίς αυτήν… ζωή δεν υπάρχει!

      Έτσι, η απορία που γεννάται αυθόρμητα μέσα μας,  είναι το τί κάνει αυτό το υπέροχο πλάσμα της δημιουργίας  τόσο δυνατό; Μιας κι η ιστορία της ανθρωπότητας διδάσκει  με γεγονότα, την απαράμιλλη αντοχή και ψυχική δύναμή της.

       Καθώς οι γυναίκες, όλες μαζί και η κάθε μία ξέχωρα,  είναι η πύλη και η πηγή της δημιουργίας. Και ίσως, η μόνες που δύνανται να καταστρέφουν, ταυτόχρονα, ό,τι τις προσδιορίζει ως παρουσία.

     Πράττοντας δε, με πλήρη επίγνωση της τραγικότητας  των πράξεων τους. Ρίχνοντας τα δημιουργήματά τους σ’ έναν συναισθηματικό καιάδα, με απόλυτη όμως συναίσθηση της πράξης τους.

      Αποδίδοντας, με απροκάλυπτη ειλικρίνεια, την όποια παράλογη απόφαση να τ’ απαλλάξει από μιαν άδικη μοίρα που μας εκθέτει γυμνούς μπροστά στις όποιες αδυναμίες μας.

     Καθώς αδυνατούμε ν’ ανταποκριθούμε στο κάλεσμα, απαλλάσσοντάς τες, κάποτε, από τη βαριά ευθύνη της ύπαρξης, στο σύνολο της.

      Διασώζοντας ταυτόχρονα τις όποιες δικαιολογίες των υπολοίπων, δηλαδή ημών!

     Προς τι λοιπόν ο Ευριπίδης μας κληροδοτεί το αθάνατο αυτό έργο του, εάν όχι ως ομολογία και αποδοχή. Πέμποντας στις σύγχρονες Μήδειες, όπως η γρια Φραγγογιαννού, εκείνου του κοσμοκαλόγερου της λογοτεχνίας. Μήπως γιατί τίποτα δεν έχει αλλάξει από τότε, και τίποτα δεν προκύπτει πως θ’ αλλάξει ποτέ.

    Καθώς οι σύγχρονες Μήδειες… μαζί μ’ αυτήν του αιώνιου ποιητή!

    Διαγράφουν, σε μία και μόνο στιγμή παροξυσμού, που ομοιάζει περισσότερο με μια μορφή απόλυτης τρέλας, όλα τα δημιουργήματά τους. Κάνοντας όμως έτσι την εικόνα τους ν’ αντηχεί ως μια κραυγή εκδίκησης, μέχρι και σήμερα.

      Μήπως όμως και η αδικαιολόγητη, κάποιες φορές, διακοπή μιας κύησης, δεν παραπέμπει σε κάτι τέτοιο.

     Και μάλιστα σ’ έναν δυτικό πολιτισμό, που έχει τόση πολύ ανάγκη από νέο, φρέσκο αίμα!

     Εδώ, άλλωστε, εδράζεται όλη η κτηνωδία που γεννάται  μέσα στην παραφροσύνη μιας διαρκώς αρρωστημένης εποχής.

      Και στη διεστραμμένη αντίληψη, περί αναφοράς, του τι είναι δικό μας και γιατί μας αφορά. Και μάλιστα, εκεί, όπου το ξένο προς την άρρωστη εσωτερικότητα μας συναίσθημα, δεν έχει καμία αξία.  

      Καθώς δε δύναται ν’ αφυπνίσει ένα είδος συμπαθείας, αλληλεγγύης ή και ντροπής ακόμα. Το οποίο θα μπορούσε ν’ ανασύρει τελικά από μέσα μας, την όποια αίσθηση προσωπικής ευθύνης, προς χάριν μιας συλλογικής ωφελιμότητας.

      Έτσι η εικόνα της γυναίκας -μητέρας- παιδοκτόνου, συμβολίζει απλώς την παρακμή μιας κοινωνίας που βρίσκεται πλέον σε συναισθηματικό ακρωτηριασμό. Έχοντας χάσει ως μέλη της, τις όποιες αξίες που τη στήριξαν και δυνάμωσαν έως τώρα, δημιουργώντας κοινούς δεσμούς, πολιτισμό και κυρίως κοινωνικές παραδόσεις.

      Πράγματα που πρέπει απαραιτήτως να οδηγούν στην ισότιμη ένωση μιας ομάδας ανθρώπων, που έχουν επιλέξει να ζουν μαζί, με δικαιοσύνη, χωρίς εξαιρέσεις, και με όπλα την αγαστή συνεργασία και συνεχή ειλικρινή επικοινωνία. Κι όχι την ενστικτώδη επιθυμία για κυριαρχία, εκμετάλλευση και περιθωριοποίηση, που οδηγεί πάντα τελικά στην καταστροφή.

        -Αντίθεση αρσενικού, θηλυκού. Μη αποδοχή, εσφαλμένη κρίση και απόρριψη.-

      Μιας κι όσο τα θηλυκά θα είναι οι μοναδικές πηγές ζωής, και οι δημιουργοί μιας συνέχειας, χωρίς άλλη επιλογή!

     Τόσο θα εμφανίζεται η παρουσία τους ως μία αδιόρατη απειλή προς τις παράλογες αιτιάσεις της μυικής δύναμης, που ρυθμίζει εντελώς παράλογα, ακόμα και σήμερα, τις ζωές των ανθρώπων.

      Έτσι, οι ειδεχθείς φόνισσες… ανεξαιρέτως αιτίας!

      Θα είναι πάντα ο κίνδυνος για την ασφάλεια μιας φαινομενικά ορθολογικής κοινωνίας, και για τη συνέχειά της.

       Καθώς η δογματική απόρριψη των θέλω, -ατομικά  και συλλογικά ασυνείδητα θηλυκού γένους-. Θα οδηγούν   πάντα στη συσσώρευση θύμου, δημιουργώντας μια παράλογη οργή που στρέφεται, τις περισσότερες φορές, μη μπορώντας να βρει διέξοδο, κατά του είναι και του εγώ.

       Στερώντας όμως, τελικά, απ’ το ίδιο τους το αίμα, τη συνέχειά του.

       Προκαλώντας εν κατακλείδι, με ίδιον κόστος, μιαν ακατανόητη εκδίκηση. Που ομοιάζει, σχεδόν διαστροφικά, με αυτοκαταστροφική ιεροδικεία, τουλάχιστον.

        Ανάλογα βέβαια, με την υποκειμενική κρίση του  καθενός, που σαν αυτόκλητοι και πρακτικοί δικαιοπράκτες, χρεώνουμε καταδικάζοντας, χωρίς κανένα προσωπικό κόστος και ευθύνη, μιας και δεν είμαστε γυναίκες.

      Πως όμως, κι ενώ συμβαίνει κάτι τέτοιο, ακόμη και σήμερα, αντί για την απέχθεια που έπρεπε να μας διακατέχει  ή να επιβάλλεται στο γεγονός! Εμείς, αντίθετα, νοιώθουμε μια κάποια έστω συγκατάβαση για τις πράξεις αυτές. Έως του σημείου μάλιστα και της αποδοχής, σε λογοτεχνικό πάντα επίπεδο, για τον εξοβελισμό του συναισθήματος από τις ηρωίδες. Ακόμα δε και για τον θάνατό τους, ως τελική δικαίωση για τις ίδιες, και επ’ ουδενί για τους άλλους. Χρεώνοντας τελικά την όποια ευθύνη, ανάλογα, με το ειδεχθές αποτέλεσμα της αδιαφορίας μας. Καθώς, ανεξήγητα, όλο αυτό, μας οδηγεί τελικά προς τον λυρικό θαυμασμό, ως ένα είδος προσωπικής μεταμέλειας για   τις ανείπωτες αυτές πράξεις βίας.

     Στις οποίες, μία άδικη και χωρίς κατανόηση κοινωνία, οδήγησε αυτές τις απελπισμένες κόρες στην πτώση και την απώλεια.

      Τα συγκεκριμένα λοιπόν αποτρόπαια γεγονότα, αν και παρουσιάζονται τελικά ως αποτέλεσμα της οδύνης που προκαλείται τόσο έντονα για την μη αποδοχή ή απόρριψη προς το πρόσωπο της γυναίκας, φίλης, ερωμένης, αδελφής, συζύγου και τελικά συνοδοιπόρου. Της οποίας οι επιθυμίες, οι προσδοκίες, οι ελπίδες και το νόημα για ζωή πρέπει τις περισσότερες φορές ν’ αποσιωπούνται.

      Καθώς προδίδονται συνεχώς από έναν παραλογισμό, και μια διαστροφή στη λειτουργία της σκέψης, που θέλει τη γυναικεία παρουσία ως κάτι το συνεχόμενα δοτικό, χωρίς όμως απαιτήσεις. Οδηγώντας αναπόφευκτα τις ίδιες, ξανά και ξανά, σε απονενοημένες πράξεις και σε καταστροφικά αποτελέσματα.

          Έτσι οι γυναίκες εγκληματούν κι αυτές, αλλά όχι αναίτια και χωρίς προσωπικό κόστος, όπως οι άνδρες. Μα σε βάρος του εαυτού τους.

          Τρωάδες του Ευριπίδη!

      Μιας και οι αποτρόπαιες πράξεις τους φέρουν το ειδικό  βάρος που κουβαλούν συνεχώς μέσα τους. Φορτωμένο σ’ ένα ιδιόμορφο ατομικό ασυνείδητο, διαμορφωμένο όμως, όχι από τις ίδιες. Άλλα από ένα παγιωμένο κοινωνικό σύστημα, που τις χρησιμοποιεί πάντα προς όφελος του, καθιστώντας τες ως δεύτερης αξίας παρουσίες.

       Και παρά τ’ ότι η ίδια η ζωή τις έχει εξοπλίσει με απαράμιλλη δύναμη, έστω και για την όποια εσχατολογική πράξη και ομολογία ύπαρξης. Αυτές ζουν συνεχώς κάτω απ’ τον φόβο της απόρριψης, που αρχέτυπα είναι ριζωμένος μέσα τους, μην επιτρέποντας να νοιώσουν ίσως πραγματικά ελεύθερες και δυνατές.

    Δημιουργώντας και διακονώντας τελικά, τις άγριες εκείνες συνθήκες, για όσους με πλήρη άγνοια δεν το αντιλαμβάνονται, που οδηγούν όμως τον άνθρωπο στην καταστροφή.

      Μιας και οι όποιες Μήδειες και Φραγγογιαννούδες,  ωσάν άλλες Μήνιδες ανά τους αιώνες -αν και κάποιοι δεν το αποδέχονται- είναι κι αυτές άνθρωποι… ό,τι κι αν έχουν κάνει!

            Υστερόγραφο

       Χωρίς καμία απολύτως πρόθεση ν’ απαλλαγούμε  από την ηθική ευθύνη, ενός από κοινού ειδεχθούς εγκλήματος κατά της ανθρωπότητας. Εντούτοις… ως σκεπτόμενα όντα! Θα  πρέπει άμεσα, έχοντας την ιερή υποχρέωση, ν’ αντιληφθούμε και να κατανοήσουμε τα βαθύτερα αίτια αυτού.

         Έτσι, το κείμενο αυτό, είναι αφιερωμένο σ’ όλες τις σύγχρονες Μήδειες ανά τον κόσμο!      

          Υποσημείωση

      Για την ολοκλήρωση αυτού του κειμένου, παρέμεινα έγκλειστος στο γραφείο μου, δυσφορώντας κάποιες φορές, για όσες ώρες χρειάστηκε.

        Και παραδόξως, την πρώτη κιόλας ώρα!

     Η πένα, που κάποια γυναικεία χέρια μου έκαναν δώρο κάποτε, απόσωσε απ’ το μελάνι της, εντελώς άκαιρα. Έτσι, χωρίς άλλην επιλογή, αναγκάστηκα να χρησιμοποιήσω ένα ξεχασμένο στο συρτάρι του γραφείου κόκκινο στυλό, το οποίο και εξάντλησα επίσης, όντας κι αυτό στα τελευταία του!

      Αναφέρω δε -όλα τ’ ανωτέρω- παρεμπιπτόντως, απλώς  για να επιταχύνω την αποφόρτιση της εργασίας, ευελπιστώντας να μην έχουν καμία σημασιολογική έννοια μέσα μου.

      Αλλά και στην προσπάθεια ν¨ απαλλάξω τους αναγνώστες από κάτι τέτοιο, ανάλογα!

                                                                       Ευ Δαίμων