
Ο άνθρωπος γεννιέται, ζει, εάν το μπορεί ή του το επιτρέψουν, και τέλος πεθαίνει φεύγοντας μοναχός από μια συγκεκριμένη κατάσταση συνειδητότητας, προς κάποια άλλη, ίσως αρκετά διαφορετική, ή πάλι προς το τίποτα!
Αναλόγως, τι θέλει ουτοπικά να πιστεύει ο κάθε ένας από εμάς.
Στην πρώτη περίπτωση, αναγκαστικά, πρέπει να κατατάξουμε τις όποιες θρησκευτικές δοξασίες, απανταχού των εκκλησιαστικών δογμάτων, μιας και η όποια θεώρηση κατά τον θεϊστικό υπαρξισμό, προϋποθέτει μια κάποια ελπίδα σωτηρίας από την σκλαβιά της ζωής. Χρησιμοποιώντας όμως ταυτόχρονα, ως απαραίτητα, τα εργαλεία του προσηλυτισμού, του θετικισμού και του δογματισμού, ως παρεχόμενες υπηρεσίες εξυπηρέτησης αναγκών της πελατειακής αυτής σχέσης. Πάντα μεταξύ ενός ιδεατού προϊόντος ή συνεχούς παροχής, προς κάλυψη προσωπικών, πνευματικών και εσωτερικών αναγκών.
Έτσι αναμφισβήτητα, στη δεύτερη κατηγορία, με μια δόση αυταρέσκειας, θα εντάξουμε αμέσως τη φιλοσοφία και τις επιστήμες -αθεϊστικός υπαρξισμός-. Εκεί όπου μόνο το απτό είναι και υπαρκτό, ενώ ταυτόχρονα, η ίδια η εικόνα του κόσμου, δεν υφίσταται καν ως μη παρατηρήσιμη. Μιας και μόνο η πειραματική απόδειξη και έρευνα, είναι τα μοναδικά στοιχεία που αποκαλύπτουν την αλήθεια, χωρίς προσωπικές εξιδανικεύσεις και αυταπάτες.
Πολύ εύκολα λοιπόν, ο κάθε ένας, μπορεί να επιλέξει τον τρόπο σκέψης, παρατήρησης και αποδοχής των πραγμάτων, γύρω, αλλά και μέσα του. Χωρίς βέβαια να δίνει λογαριασμό γι’ αυτό, σε κανέναν άλλο.
Ωστόσο, ο υπογράφον, διαισθανόμενος την ευθύνη της άποψης, έχοντας από καιρό κάνει την όποια προσωπική επιλογή. Ομολογεί ευθαρσώς, πως δεν συντάσσεται με την ίδια αντίληψη, απέναντι στις όποιες υποσχέσεις για κάποια άνωθεν σωτηρία του μέλλοντος αιώνος, εντελώς απροβλημάτιστα.
Καθώς από νωρίς, μάλλον αδυνατούσε, ως ένα γνήσιο αντίγραφο, να μην παρατηρεί πως η ζωή, όπως άλλωστε μας διδάσκουν οι φιλόσοφοι και στοχαστές, είναι μια περιπέτεια γεμάτη δυσκολίες, πόνο και καταστροφές. Κι ενώ, από παλιά, παρουσιάζονται αυτά ως μία αναγκαιότητα εκπαίδευσης για την τελική κατάκτηση της σωτήριας και της ελευθερίας της ψυχής, σε μιαν άλλη πάντα διάσταση. Εντούτοις, κάτι τόσο απλοϊκά κι απολαυστικά καθησυχαστικό, ελάχιστα ικανοποιεί πολλούς από εμάς. Μετατρέποντάς μας ταυτόχρονα σε άτομα που συνεχώς ταλαιπωρούνται, ακολουθώντας συνεχόμενα την αναζήτηση της αλήθειας και της ύπαρξης.
Εάν βέβαια κάτι τέτοιο όντως υπάρχει… και δεν είναι τελικά κι αυτό μία ακόμα εσωτερική αυταπάτη που οδηγεί απλά τη σκέψη στην ουτοπία του τίποτα.
Εδώ όμως, έχοντας πλέον οδηγηθεί αναπόφευκτα σ’ ένα φαινομενικά αληθοφανές συμπέρασμα, θα πρέπει ίσως ν’ ανατρέξουμε πάραυτα στη βιβλιογραφία.
Από αιώνων λοιπόν, έως και σήμερα ατυχώς, μάλλον αυτόκλητα, καθηγητές και ιερείς, μας διδάσκουν με δοξασίες πως ο κάτω ή ο πάνω κόσμος, ανάλογα, αναμένει την άφιξη όλων, στην ώρα τους ή και όχι, απαρέγκλιτα και χωρίς άλλην επιλογή! Ενώ αντίθετα, οι σύγχρονες επιστήμες, περιγράφουν με απτές αποδείξεις και επιχειρήματα λογικής την ξεκάθαρη εικόνα των παρατηρήσιμων πραγμάτων, που πάντα προηγείται μιας βασανιστικής ύπαρξης και του τίποτα που άπτεται αυτής.
Έτσι συνεχόμενα ο σκεπτόμενος άνθρωπος, ανάμεσα στην ταλαιπωρία και τον πόνο μιας ζοφερής ύπαρξης, μα και στη σκοτεινή σκέψη, -φόβο θανάτου- εύκολα αντιλαμβάνεται μες την πραγματικότητα που ζει την ενοχλητική έλλειψη της ελευθερίας.
Την αντίληψη δηλαδή της διαφοράς του να σκέφτεται, μα και να πράττει κανείς ελεύθερα.
Αφού δεν έχει παρά να διαλέξει μεταξύ μιας αυταπάτης, έναντι της λυτρωτικής ιδέας πως ο θάνατος τελικά μπορεί να είναι η μόνη διέξοδος, το μοναδικά ανοικτό παράθυρο προς την ανεύρεση της αλήθειας -ως λύτρωση για όσα τον ταλαιπωρούν- και συνεπώς της ελευθερίας, όποιο κι αν είναι τελικά το αποτέλεσμα.
Στο συγκεκριμένο δε σημείο, προ ενός εικονικού αδιεξόδου, ας αναφερθούμε τάχιστα σε δυο αρκετά πρόσφατες φιλοσοφικές διαπιστώσεις, ελαφρώς παραλλαγμένες για την οικονομία του κειμένου, οι οποίες όμως αναμφισβήτητα έχουν ρίζες μες τον στοχαστικά απαράμιλλο λόγο, παλαιοτέρων.
Ό,τι κι αν κάνει ο άνθρωπος… το μόνο που καταφέρνει τελικά, είναι να φτιάχνει μόνος τα σίδερα της φυλακής του!
-Jean Paul Sartre-
Ερχόμαστε απ’ το τίποτα, -κάθε στιγμή πεθαίνουμε- πηγαίνουμε στο τίποτα. Το μεταξύ φωτεινό διάστημα, όσο κρατά η λάμψη μιας αστραπής, το λέμε ζωή.
-Νίκος Καζαντζάκης-
Ίσως μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα, πως αυτές οι φράσεις εκλύουν όλη την εικόνα της ανθρώπινης ύπαρξης, μ’ έναν τόσο απόλυτα ειλικρινή τρόπο, που μόνο η πιο βαθιά και έντονη παρατήρηση μπορεί ν’ αποδώσει σήμερα.
Μιας κι ο άνθρωπος προσπαθεί πλέον απελπισμένα ν’ απελευθερωθεί από κοινωνικά δεσμά και ψεύτικες αντιλήψεις, χωρίς να το καταφέρνει όμως σχεδόν ποτέ. Συνεχόμενα δέσμιος ανάμεσα στις προσωπικές ανάγκες που δημιουργούνται πάντα από εξωτερικούς παράγοντες. Απόλυτα εγκλωβισμένος σ’ ένα ανεπαρκές χρονικό διάστημα ζώσας κατάστασης, το όποιο όμως προκαλεί τη δυσφορία ενός ατέρμονου κι αδιέξοδου εγώ. Ενός άλλου, προσποιητά ξένου εαυτού, που όχι μόνο δεν προλαβαίνει να συνειδητοποιήσει το είδος και το μέγεθος της ύπαρξής του.
Αλλά δεν έχει επίσης και το ελάχιστο περιθώριο της επιλογής μιας κάποιας προσωπικής ελευθερίας, έναντι στα δικά του θέλω, και τα συμβιβαστικά θέλω των άλλων. Αναγκασμένος έτσι να υποκύπτει -τις περισσότερες φορές- σε εικονικά δομημένες ανάγκες που ψεύτικα παρουσιάζονται ως προσωπικές επιλογές.
Ενώ δεν είναι τίποτε άλλο, παρά εικονικές φυλακές, εκεί όπου το άτομο εναποθέτει εθελοντικά την ύπαρξη του εμπρός στο φόβο της μοναξιάς. Θεωρώντας, εντελώς λανθασμένα, πως μόνον έτσι διαφυλάττει ό,τι πολυτιμότερο έχει συγκεντρώσει απ’ τα σκουπίδια, που όλοι οι άλλοι ψευδώς ονομάζουν πλούτο!
Έτσι λοιπόν το άτομο, αν και ζει λίγο, σε σχέση με την αιωνιότητα της ατελεύτητης δημιουργίας, όσο και η λάμψη μιας αστραπής! Εντούτοις, προλαβαίνει να μάθει, να καταλάβει και τελικά ίσως να κατανοήσει σχεδόν πλήρως, την αξία και το βαθύτερο νόημα της ύπαρξής του.
Το μεγάλο άλλωστε ερώτημα… θα είναι πάντοτε ένα!
“Ποιος, και γιατί είμαι…;”
Ωστόσο, αντ’ αυτού, ο άνθρωπος, στις συντριπτικά περισσότερες των περιπτώσεων, σπαταλά τον λιγοστό χρόνο του για να συντηρεί μια πρόσκαιρα ασυνείδητη λάθος αντίληψη περί ζωής. Πλατσουρίζοντας ανάμεσα στα ρηχά λασπόνερα μιας ουτοπικής, καθ’ όλα ενστικτώδους ύπαρξης, αντί να βουτήξει ολόγυμνος στην άβυσσο μιας συνειδητότητας που εξερευνά αναζητώντας συνεχώς απαντήσεις στην ανωτέρω ερώτηση.
Η ανθρώπινη ύπαρξη λοιπόν, μην μπορώντας να βρει ή να δώσει έστω μια σαφή απάντηση σε όσα καθημερινά την ταλαιπωρούν, οδηγείται αναγκαστικά στην αποδοχή εικονικών ελπίδων που πρόσκαιρα καθησυχάζουν τις όποιες ανησυχίες. Μιας κι ο ύπνος, ως μία εκούσια επιλογή ψεύτικου θανάτου, κάτι σαν πρόβα μιας άλλης συνειδητότητας. Είναι όντως μία ακόμη μορφή αποστασιοποίησης, έχοντας τη δυνατότητα και την εικόνα μιας υπεκφυγής. Εάν βέβαια είναι απόλυτα ήρεμος, χωρίς εφιαλτικές εικόνες και σκέψεις. Μιας και το συνειδητό, γεμάτο αγωνίες και προβληματισμούς, μάταια προσπαθεί να ξεκουραστεί κλείνοντας τον διακόπτη των αισθήσεων.
Την ίδια όμως ακριβώς στιγμή που το ασυνείδητο ξυπνά, -εγειρόμενο μέσα μας- αναλαμβάνοντας τα ινία της σκέψης.
Πέραν όμως αυτής της βιολογικά αναγκαστικής επιλογής, υπάρχει αναπόφευκτα πάντοτε η στιγμή της εξόδου από μιαν αδιέξοδη κατάσταση, που δεν είναι άλλη, παρά η ταυτόχρονη παρουσία του ατόμου ανάμεσα στην εικόνα των άλλων. Κι αφού ο άνθρωπος έρχεται απ’ το τίποτα, προσπαθώντας να ζει ελεύθερος, κι ας μην το καταφέρνει στις περισσότερες των περιπτώσεων. Τελικά φεύγει στα σίγουρα μόνος για κάπου αλλού, μα και πάλι μέσα στο χάος που τον δημιούργησε.
Τότε, ίσως, κι εντελώς αυθαίρετα, θα μπορούσαμε να πούμε πως το παράθυρο του θανάτου, η μοναδικά πραγματική έξοδος απ’ τη ζωή, σημείο όπου και πάλι με αυθαίρετο τρόπο οριοθετούμε ως τέλος, ονομάζοντάς το ανάλογα. Να μην είναι τίποτε άλλο, παρά η αλλαγή της παρούσας μορφής ενέργειας σε κάτι άλλο, όπως οι φυσικές επιστήμες μας βεβαιώνουν. Η μεταβολή δηλαδή της αντίληψης που μας έδωσε αρχικά σχήμα και εικόνα, και η οποία οδηγείται αναπόφευκτα με τη μετάβαση του τέλους σε μιαν άλλη μορφή, επαναλαμβάνοντας όμως και πάλι την όποια πρωθύστερη κατάστασή της. Και η οποία, ως συνειδητότητα στο παρόν, εάν αυτή συνεχίζει να υφίσταται! Αποκαλύπτει αυτομάτως την έννοια της ύπαρξης των παρατηρήσιμων μορφών του κόσμου μας, ως μια φυσιολογική κατάσταση αντίληψης και αποκάλυψης της αλήθειας. Δίνοντας όλες τις απαντήσεις που τώρα γίνονται αντιληπτές ως εικασίες.
Έτσι για τον υπεράνθρωπο που δίνει αυτό τον αγώνα, ο δρόμος δεν είναι άλλος, πάρα η όσο το δυνατόν καλύτερη απόκτηση εμπειριών, στην παρούσα κατάσταση. Αναμένοντας πάντοτε με στωικότητα την επαλήθευση των απαντήσεων και αποτελεσμάτων, στο φυσικό πείραμα της ζωής. Καθώς ο άκαιρα δημιουργημένος φόβος, για ότι το αναπόφευκτα φυσιολογικό, δεν είναι απλά μη λογικός, αλλά και στερητικά παράλογος.
Εν κατακλείδι, θα λέγαμε πως ο θάνατος, η έσχατη ώρα της ζωής, αυτή η ζοφερή εικόνα της απώλειας του είναι!
Θα μπορούσε τώρα ν’ αποδειχθεί ως η μόνη διέξοδος προς τη απόλυτη γνώση, την αλήθεια, την ελευθερία και την ολοκλήρωση, ως μία ακόμη παρεξηγημένη έννοια, που πολύ και τόσο άδικα μας τρομάζει.
Καθώς η στιγμή της επιβεβαίωσης και της αποκάλυψης της ύπαρξης, ερχόμενη τόσο αφοπλιστικά ανακουφιστική, όντας η αποκαλυπτική εικόνα που εντελώς λογικά θα μας οδηγήσει σε μια πραγματική ελευθερία. Τελικά μας κάνει να νοιώσουμε ολοκληρωτικά ευτυχείς, -πρώτη φορά για πολλούς!- που ζήσαμε το πείραμα μέχρι τέλους, απολαμβάνοντας όλη την πορεία μιας επιστημονικής έρευνας, μέχρι την αποκάλυψη της αλήθειας.
Αποκτώντας έτσι, όλη τη γνώση που τόσο πολύ μας έκανε να διψάμε!
Ευ Δαίμων