Αρχείο ετικέτας Ευριπίδης

Από την Μήδεια του Ευριπίδη, έως τη Φόνισσα του Παπαδιαμάντη.

-Την Κλυταιμνήστρα βάλτε τον Αγαμέμνονα να σκοτώσει,
πριν αυτός για Τροίες ξεκινήσει και μας προδώσει.-

     “Το ακροτελεύτιο αυτό δίστιχο, απ’ το ποίημα του  Ευ Δαίμων, – Πολεμοκάπηλοι- περιέχεται στην ποιητική συλλογή Μήνιδες.”

       Η Μήδεια του Ευριπίδη, είναι η τραγωδία -ποίημα- του οποίου η απαγγελία έγινε για πρώτη φορά το 431π.χ στο αρχαίο θέατρο του Διονύσου, κάτω απ’ τον ιερό βράχο της Ακροπόλεως.

      Ενώ η Φόνισσα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, είναι το γραπτό αριστούργημα του ιερότερου μέλους των ελληνικών γραμμάτων, μόλις τον περασμένο αιώνα.

       Τούτου δοθέντος…!

     Θα μπορούσαμε να πούμε, χωρίς ίχνος υπερβολής, πως τα δυο αυτά έργα αντιπροσωπεύουν την εικόνα του τόπου μας, ως σημασιολογική οντότητα και ύπαρξη, κοινωνιολογικά και ιστορικά, όσο τίποτε άλλο!

       Δεν είναι συνεπώς τυχαίο… πως έχουν γραφτεί από Έλληνες!

       Εντούτοις, μεσολαβώντας εικοσιπέντε ολόκληροι αιώνες, τίποτα δεν μπόρεσε ν’ αφαιρέσει ο χρόνος από την ακτινοβόλα λάμψη τους. Όπου κατά τη διάρκεια, τραγικά οι γυναικείες παρουσίες, έζησαν αδιόρατα ανάμεσά μας, ωσάν μια κραυγή στη σιωπή, που δεν είναι τίποτε άλλο, παρά η σκληρή αποτύπωση μιας ασυνείδητης απόγνωσης και μοναξιάς.

       Αυτές λοιπόν οι γυναίκες προσπαθούν ακόμα και σήμερα να τιμωρήσουν μιαν άδικη μοίρα, διαγράφοντας τα πάντα γύρω τους, ως να μην υπήρξαν ποτέ. Και χωρίς καν η δακρύβρεχτη πένα των ποιητών, ρομαντικών ή όχι, να μπορέσει να τις αγγίζει, έστω κατ’ ελάχιστον.

      Έτσι μνημονεύονται, όλες μαζί, παράλληλα με τις δημιουργίες της παγκόσμιας λογοτεχνίας, αλλά και σε άλλα, πολλά, αθάνατα έργα της τέχνης.

       Τον κύκλο ξεκινά η Μήδεια, ενώ η Φραγκογιαννού, προσπαθεί με τη σειρά της να τον ολοκληρώσει, επιδιώκοντας ξανά για λογαριασμό όλων των γυναικών, τη δικαίωση της αδελφής της, στην ιστορία του αίματος.

      Ωστόσο, εδώ, σ’ αυτό το σημείο, δεν επιτρέπεται να πάρουμε τη βολική άποψη ενός ή περισσοτέρων, από τους σύγχρονους -άνδρες- φιλόσοφους των τελευταίων δεκαετιών.

      Καθώς, σ’ ότι αφορά το δεύτερο φύλλο, -Simone de   Beauvoir- κι ενός μάλλον ουτοπικά υπαρξιακού φεμινισμού.

Θα βόλευε ίσως πολλούς η εξαγωγή εύκολων συμπερασμάτων, εφησυχάζοντας επιφανειακά μία ταραγμένη κοινωνική συνείδηση. Μιας και δεν θα οικονομούσε καμία βαθύτερη γνώση, αλλά και δεν μας ικανοποιεί κιόλας.

      Καθώς δεν είναι τίποτε άλλο, παρά το απαύγασμα μιας νωθρής σκέψης σκοταδισμού. Που σχηματίστηκε, από πριν και μάλλον παράδοξα, σε μια κοινωνία που πολύ περισσότερο βίαιη είναι, και λιγότερο λογική.

       Κι αν όντως ισχύει κάτι τέτοιο… τότε εύκολα εξηγείται αυτή η συνεχόμενη εμμονή στις τραγωδίες!

        Η οποία διατηρείται ζωντανή, περισσότερο από τριάντα αιώνες τώρα. Αφού, κάπως έτσι, θα μπορούσε να δικαιολογηθεί και η εμμονή προς την τέχνη, κάθε μορφής, από   την Μήδεια μέχρι και τις σύγχρονες φόνισσες. Οι οποίες, αν και τραγικά πρόσωπα μυθικών ιστοριών, ζουν ακόμα ανάμεσα μας ωσάν άλλες Κασσάνδρες, κόρες μιας άλλης Εκάβης.

     Ωσάν τις Ερινύες, που τόσο έντονα και επίμονα μας προσκαλούν ν’ αναρωτηθούμε μήπως και τίποτα δεν έχει αλλάξει. Βιώνοντας έτσι κι εμείς, το ίδιο νουκλεϊκό οξύ που γέννησε αρχικά τον κόσμο μας, κάνοντάς τον να σταθεί όρθιος στα πόδια του, κοιτώντας συνεχώς προς τ’ άστρα.

      Και που συνεχίζει να θρέφει, με το αθάνατο κύτταρο της ελπίδας κατά τον κύκλο της δημιουργίας και τη πρόσκαιρης καταστροφής, τη ζωή.

       Όμως, αφήνοντας, έστω για λίγο, τις όποιες βαθιά  φιλοσοφικές αναζητήσεις, ας επικεντρωθούμε με συνέπεια   στο θέμα αυτού του κειμένου, που δεν είναι τίποτε άλλο, παρά η εικόνα της γυναικείας παρουσίας. Αυτού του Θεϊκού πλάσματος της δημιουργίας, μπροστά στην όποια πρώτη και αποτυχημένη απόπειρα της ύπαρξης, που ακούει στο όνομα Αδάμ.

     Ας αναφερθούμε λοιπόν ιστορικά, και με συναίσθημα,  στην εικόνα, την πορεία, την έννοια και τελικά στην εντελώς απαραίτητη παρουσία της για τη ζωή. 

           Μιας και χωρίς αυτήν… ζωή δεν υπάρχει!

      Έτσι, η απορία που γεννάται αυθόρμητα μέσα μας,  είναι το τί κάνει αυτό το υπέροχο πλάσμα της δημιουργίας  τόσο δυνατό; Μιας κι η ιστορία της ανθρωπότητας διδάσκει  με γεγονότα, την απαράμιλλη αντοχή και ψυχική δύναμή της.

       Καθώς οι γυναίκες, όλες μαζί και η κάθε μία ξέχωρα,  είναι η πύλη και η πηγή της δημιουργίας. Και ίσως, η μόνες που δύνανται να καταστρέφουν, ταυτόχρονα, ό,τι τις προσδιορίζει ως παρουσία.

     Πράττοντας δε, με πλήρη επίγνωση της τραγικότητας  των πράξεων τους. Ρίχνοντας τα δημιουργήματά τους, σ’ έναν συναισθηματικό καιάδα, με απόλυτη όμως συναίσθηση της πράξης τους.

      Αποδίδοντας, με απροκάλυπτη ειλικρίνεια, την όποια παράλογη απόφαση να τ’ απαλλάξει από μιαν άδικη μοίρα που μας εκθέτει γυμνούς μπροστά στις όποιες αδυναμίες μας.

     Καθώς αδυνατούμε ν’ ανταποκριθούμε στο κάλεσμα, απαλλάσσοντάς τες, κάποτε, από τη βαριά ευθύνη της ύπαρξης, στο σύνολο της.

      Διασώζοντας ταυτόχρονα, τις όποιες δικαιολογίες των υπολοίπων, δηλαδή ημών!

     Προς τι λοιπόν ο Ευριπίδης μας κληροδοτεί το αθάνατο αυτό έργο του, εάν όχι ως ομολογία και αποδοχή. Πέμποντας στις σύγχρονες Μήδειες, όπως η γρια Φραγγογιαννού, εκείνου του κοσμοκαλόγερου της λογοτεχνίας. Μήπως γιατί τίποτα δεν έχει αλλάξει από τότε, και τίποτα δεν προκύπτει πως θ’ αλλάξει ποτέ.

    Καθώς οι σύγχρονες Μήδειες… μαζί μ’ αυτήν του αιώνιου ποιητή!

    Διαγράφουν, σε μία και μόνο στιγμή παροξυσμού, που ομοιάζει περισσότερο με μια μορφή απόλυτης τρέλας, όλα τα δημιουργήματά τους. Κάνοντας όμως έτσι την εικόνα τους ν’ αντηχεί ως μια κραυγή εκδίκησης, μέχρι και σήμερα.

      Μήπως όμως και η αδικαιολόγητη, κάποιες φορές, διακοπή μιας κύησης, δεν παραπέμπει σε κάτι τέτοιο.

     Και μάλιστα σ’ έναν δυτικό πολιτισμό, που έχει τόση πολύ ανάγκη από νέο, φρέσκο αίμα!

     Εδώ, άλλωστε, εδράζεται όλη η κτηνωδία που γεννάται  μέσα στην παραφροσύνη μιας διαρκώς αρρωστημένης εποχής.

      Και στη διεστραμμένη αντίληψη, περί αναφοράς, του τι είναι δικό μας και γιατί μας αφορά. Και μάλιστα, εκεί, όπου το ξένο προς την άρρωστη εσωτερικότητα μας συναίσθημα, δεν έχει καμία αξία.  

      Καθώς δε δύναται ν’ αφυπνίσει ένα είδος συμπαθείας, αλληλεγγύης ή και ντροπής ακόμα. Το οποίο θα μπορούσε ν’ ανασύρει τελικά από μέσα μας, την όποια αίσθηση προσωπικής ευθύνης, προς χάριν μιας συλλογικής ωφελιμότητας.

      Έτσι η εικόνα της γυναίκας -μητέρας- παιδοκτόνου, συμβολίζει απλώς την παρακμή μιας κοινωνίας που βρίσκεται πλέον σε συναισθηματικό ακρωτηριασμό. Έχοντας χάσει ως μέλη της, τις όποιες αξίες που τη στήριξαν και δυνάμωσαν έως τώρα, δημιουργώντας κοινούς δεσμούς, πολιτισμό και κυρίως κοινωνικές παραδόσεις.

      Πράγματα που πρέπει απαραιτήτως να οδηγούν στην ισότιμη ένωση μιας ομάδας ανθρώπων, που έχουν επιλέξει να ζουν μαζί, με δικαιοσύνη, χωρίς εξαιρέσεις, και με όπλα την αγαστή συνεργασία και συνεχή ειλικρινή επικοινωνία. Κι όχι την ενστικτώδη επιθυμία για κυριαρχία, εκμετάλλευση και περιθωριοποίηση, που οδηγεί πάντα τελικά στην καταστροφή.

        -Αντίθεση αρσενικού, θηλυκού. Μη αποδοχή, εσφαλμένη κρίση και απόρριψη.-

      Μιας κι όσο τα θηλυκά θα είναι οι μοναδικές πηγές ζωής, και οι δημιουργοί μιας συνέχειας, χωρίς άλλη επιλογή!

     Τόσο θα εμφανίζεται η παρουσία τους ως μία αδιόρατη απειλή προς τις παράλογες αιτιάσεις της μυικής δύναμης, που ρυθμίζει εντελώς παράλογα, ακόμα και σήμερα, τις ζωές των ανθρώπων.

      Έτσι, οι ειδεχθείς φόνισσες… ανεξαιρέτως αιτίας!

      Θα είναι πάντα ο κίνδυνος για την ασφάλεια μιας φαινομενικά ορθολογικής κοινωνίας, και για τη συνέχειά της.

       Καθώς η δογματική απόρριψη των θέλω, -ατομικά  και συλλογικά ασυνείδητα θηλυκού γένους-. Θα οδηγούν   πάντα στη συσσώρευση θύμου, δημιουργώντας μια παράλογη οργή που στρέφεται, τις περισσότερες φορές, μη μπορώντας να βρει διέξοδο, κατά του είναι και του εγώ.

       Στερώντας όμως, τελικά, απ’ το ίδιο τους το αίμα, τη συνεχεία του.

       Προκαλώντας εν κατακλείδι, με ίδιον κόστος, μιαν ακατανόητη εκδίκηση. Που ομοιάζει, σχεδόν διαστροφικά, με αυτοκαταστροφική ιεροδικεία, τουλάχιστον.

        Ανάλογα βέβαια, με την υποκειμενική κρίση του  καθενός, που σαν αυτόκλητοι και πρακτικοί δικαιοπράκτες, χρεώνουμε καταδικάζοντας, χωρίς κανένα προσωπικό κόστος και ευθύνη, μιας και δεν είμαστε γυναίκες.

      Πως όμως, κι ενώ συμβαίνει κάτι τέτοιο, ακόμη και    σήμερα, αντί για την απέχθεια που έπρεπε να μας διακατέχει  ή να επιβάλλεται στο γεγονός! Εμείς, αντίθετα, νοιώθουμε μια κάποια έστω συγκατάβαση για τις πράξεις αυτές. Έως του σημείου μάλιστα και της αποδοχής, σε λογοτεχνικό πάντα επίπεδο, για τον εξοβελισμό του συναισθήματος από τις ηρωίδες. Ακόμα δε και για τον θάνατό τους, ως τελική δικαίωση για τις ίδιες, και επ’ ουδενί για τους άλλους. Χρεώνοντας τελικά την όποια ευθύνη, ανάλογα, με το ειδεχθές αποτέλεσμα της αδιαφορίας μας. Καθώς, ανεξήγητα, όλο αυτό, μας οδηγεί τελικά προς τον λυρικό θαυμασμό, ως ένα είδος προσωπικής μεταμέλειας για   τις ανείπωτες αυτές πράξεις βίας.

     Στις οποίες, μία άδικη και χωρίς κατανόηση κοινωνία, οδήγησε αυτές τις απελπισμένες κόρες στην πτώση και την απώλεια.

      Τα συγκεκριμένα λοιπόν αποτρόπαια γεγονότα, αν και παρουσιάζονται τελικά ως αποτέλεσμα της οδύνης που προκαλείται τόσο έντονα για την μη αποδοχή ή απόρριψη προς το πρόσωπο της γυναίκας, φίλης, ερωμένης, αδελφής, συζύγου και τελικά συνοδοιπόρου. Της οποίας οι επιθυμίες, οι προσδοκίες, οι ελπίδες και το νόημα για ζωή πρέπει τις περισσότερες φορές ν’ αποσιωπούνται.

      Καθώς προδίδονται συνεχώς από έναν παραλογισμό, και μια διαστροφή στη λειτουργία της σκέψης, που θέλει τη γυναικεία παρουσία ως κάτι το συνεχόμενα δοτικό, χωρίς όμως απαιτήσεις. Οδηγώντας αναπόφευκτα τις ίδιες, ξανά και ξανά, σε απονενοημένες πράξεις και σε καταστροφικά αποτελέσματα.

          Έτσι οι γυναίκες εγκληματούν κι αυτές, αλλά όχι αναίτια και χωρίς προσωπικό κόστος, όπως οι άνδρες. Μα σε βάρος του εαυτού τους.

          Τρωάδες του Ευριπίδη!

      Μιας και οι αποτρόπαιες πράξεις τους φέρουν το ειδικό  βάρος που κουβαλούν συνεχώς μέσα τους. Φορτωμένο σ’ ένα ιδιόμορφο ατομικό ασυνείδητο, διαμορφωμένο όμως, όχι από τις ίδιες. Άλλα από ένα παγιωμένο κοινωνικό σύστημα, που τις χρησιμοποιεί πάντα προς όφελος του, καθιστώντας τες ως δεύτερης αξίας παρουσίες.

       Και παρά τ’ ότι η ίδια η ζωή τις έχει εξοπλίσει με απαράμιλλη δύναμη, έστω και για την όποια εσχατολογική πράξη και ομολογία ύπαρξης. Αυτές ζουν συνεχώς κάτω απ’ τον φόβο της απόρριψης, που αρχέτυπα είναι ριζωμένος μέσα τους, μην επιτρέποντας να νοιώσουν ίσως πραγματικά ελεύθερες και δυνατές.

    Δημιουργώντας και διακονώντας τελικά, τις άγριες εκείνες συνθήκες, για όσους με πλήρη άγνοια δεν το αντιλαμβάνονται, που οδηγούν όμως τον άνθρωπο στην καταστροφή.

      Μιας και οι όποιες Μήδειες και Φραγγογιαννούδες,  ωσάν άλλες Μήνιδες ανά τους αιώνες -αν και κάποιοι δεν το αποδέχονται- είναι κι αυτές άνθρωποι… ό,τι κι αν έχουν κάνει!

            Υστερόγραφο

       Χωρίς καμία απολύτως πρόθεση ν’ απαλλαγούμε  από την ηθική ευθύνη, ενός από κοινού ειδεχθούς εγκλήματος κατά της ανθρωπότητας. Εντούτοις… ως σκεπτόμενα όντα! Θα  πρέπει άμεσα, έχοντας την ιερή υποχρέωση, ν’ αντιληφθούμε και να κατανοήσουμε τα βαθύτερα αίτια αυτού.

         Έτσι, το κείμενο αυτό, είναι αφιερωμένο σ’ όλες τις σύγχρονες Μήδειες ανά τον κόσμο!      

          Υποσημείωση

      Για την ολοκλήρωση αυτού του κειμένου, παρέμεινα έγκλειστος στο γραφείο μου, δυσφορώντας κάποιες φορές, για όσες ώρες χρειάστηκε.

        Και παραδόξως, την πρώτη κιόλας ώρα!

     Η πένα, που κάποια γυναικεία χέρια μου έκαναν δώρο κάποτε, απόσωσε απ’ το μελάνι της, εντελώς άκαιρα. Έτσι, χωρίς άλλην επιλογή, αναγκάστηκα να χρησιμοποιήσω ένα ξεχασμένο στο συρτάρι του γραφείου κόκκινο στυλό, το οποίο και εξάντλησα επίσης, όντας κι αυτό στα τελευταία του!

      Αναφέρω δε -όλα τ’ ανωτέρω- παρεμπιπτόντως, απλώς  για να επιταχύνω την αποφόρτιση της εργασίας, ευελπιστώντας να μην έχουν καμία σημασιολογική έννοια μέσα μου.

      Αλλά και στην προσπάθεια ν¨ απαλλάξω τους αναγνώστες από κάτι τέτοιο, ανάλογα!

                                                                       Ευ Δαίμων